Θάνατος ή θάνατος

Σηκώσαμε πολλά φέρετρα αθώων τα τρία τελευταία χρόνια με το μυαλό μας, αλλά φαίνεται ότι πρέπει να σηκώσουμε με τα ίδια μας τα χέρια το φέρετρο που θα βγει από το δικό μας το σπίτι για να καταλάβουμε ότι ο θάνατος από τους νόμους που πατάνε επάνω σε ψήφο έχει πρόσωπο και ιδιότητα. Έχει εργασία σίγουρη και φερετζέ κόμμα, έχει μισθό αιματοβαμμένο, έχει ονοματεπώνυμο και δεν είναι κανείς άλλος παρά μόνο ο διπλανός που κάνει μνημόσυνο για τον αθώο με δακρύβρεχτα κειμενάκια και μετά υπογράφει ειρηνικές καταδίκες αθώων γιατί «έλαβε εντολές». Ο δολοφόνος είναι αυτός που μπαίνει στα καφενεία και αναθεματίζει το κράτος για το κακό που βρήκε μια και δυο οικογένειες αλλά μετά περνάει από το γραφείο του κόμματος για να στηρίξει μόνο το τομάρι του.
 Είμαστε όλοι θλιβεροί που νιώθουμε θλίψη για τους ήσυχους νεκρούς της νεοελληνικής δημοκρατίας και την επόμενη στιγμή κοιτάμε πώς θα τα βγάλουμε εμείς πέρα με όσα έμειναν στο πορτοφόλι μας. Βγήκε και νέος όρος να χαρακτηρίσει την οργή κάποιων που δεν τους χωράει ο τόπος με αυτά που γίνονται: «Αυτομαστίγωμα». Και βέβαια, ρε άθλιε, πρέπει να αυτομαστιγωθούμε όχι μία, όχι δύο αλλά χιλιάδες φορές μη και ματώσει η ψυχή μας και ξυπνήσουμε. Μη και αηδιάσουμε λίγο με τους εαυτούς μας που καθόμαστε στις ουρές σαν τα σκυλιά όχι για να πάρουμε ξεροκόμματο αλλά να βάλουμε τον οβολό μας στα ταμεία του σφαγέα Κράτους για να ακονίζει καλύτερα τα λεπίδια – ανθρώπους, τους οποίους χρησιμοποιεί για να σου κόβουν την ζωή. Από την άλλη έχουμε και κάτι μάγκες που δίνουν συμβουλές στους αυτόχειρες: «Αφού πήρε απόφαση να αυτοκτονήσει γιατί δεν σκότωνε και καμιά δεκαριά;» Αν ήταν να σκοτώσει καμιά δεκαριά να είσαι σίγουρος εσύ που ξεστομείς την εκ του ασφαλούς εύκολη κουβέντα ότι θα ήσουν ένας από αυτούς τους δέκα που θα έπαιρνε μαζί του. 
Μην βγάζουμε την ουρά μας απέξω από το αίμα που χύνεται πλέον στο δρόμο της Δημοκρατίας. Όσο και να κλείνουμε τα παντζούρια και τις πόρτες των σπιτιών μας, η μπόχα της απραξία μας μπαίνει από τις χαραμάδες. 
«Και τι να κάνω, ένας είμαι!», αυτό  λέμε όλοι μας. Απάντηση κανείς από τους θνητούς δεν μπορεί να σου δώσει διότι είναι η πρώτη παράσταση παγκοσμίως αυτή στην οποία παίζουμε όλοι μας. Ίσως να πρέπει να κάνουμε αυτό που ο Αλμπέρ Καμύ είπε: «Ακόμα κι όταν κάποιος είναι πεπεισμένος για την απελπισία του, πρέπει να δρα σαν να ελπίζει. Ή να αυτοκτονεί. Ο πόνος δεν δίνει δικαιώματα.» Το σίγουρο είναι ότι η ψήφος που κουβαλάς και κουνάς στα μούτρα μελλοθάνατων Ελλήνων δεν είναι πια δικαίωμα σου αλλά το πιστόλι με το οποίο απειλείς την ζωή των άλλων. Έχεις μετρήσει σήμερα πόσους εκτέλεσες, ψηφοφόρε και ψηφοκουβαλητή; Άρχισε να βάζεις χαρακιές στον τοίχο της κουζίνας σου για να δεις ότι οι αριθμοί ανάπτυξης ευρωπαϊκού τύπου είναι οι σταυροί στους τάφους όσων δολοφόνησες. Κάνε νεκροταφείο το βαμμένο σε χαρωπούς τόνους σπιτάκι σου και να γνωρίζεις ότι με δανεικά οι χαροκαμένοι κάνουν τις κηδείες των οικείων τους. Μπες για μια στιγμή στην θέση αυτού που κάνει παζάρια για τον τάφο του πατέρα, της μάνας, του αδελφού, του παιδιού του….Δεν έχουν καμία σχέση με τα παζάρια που κάνεις εσύ για το σίγουρο μηνιάτικο με το αφεντικό κράτος σου. Τα δικά σου παζάρια δεν έχουν ούτε ίχνος ντροπής, ούτε αξιοπρέπειας. 
Στο κάθε φέρετρο δημοκρατικά δολοφονημένου θύματος ακουμπά η Ελλάδα που ήσυχα τραντάζεται κι ας μην έχει την τιμή ένας Σικελιανός να το σηκώσει. Αυτά τα φέρετρα δεν έχουν την ανάλογη αξία  να σκεπαστούν με τη σημαία. Κάνατε ακόμα και «το πάπλωμα που σκεπάζει την Ελλάδα» κάλυμα για τις βρομιές οι μεν, κωλόπανο για αναίμακτες επαναστάσεις οι δε. Και μείναμε ξεσκέπαστοι ακόμα και ως νεκροί. 
Κοινώς, εσείς οι νοικοκυραίοι και οι άλλοι, οι επαναστάτες του κώλου, βουλώστε το όταν περνούν οι κηδείες ανθρώπων που σε τίποτε δεν έφταιξαν παρά μόνο έζησαν το αποτέλεσμα των δικών σας αποφάσεων και πράξεων. Στριμωχθείτε στις ομαδούλες σας, στα κομματάκια σας, στα γκρίζα γραφειάκια σας, στις καθημερινές λαμογιές σας και αφήστε χώρο τουλάχιστον να περάσει η νεκρική πομπή χωρίς τα χνώτα σας να βρομίζουν τον αέρα.
Ο άδικος θάνατος δεν είναι για σχολιασμό δημόσιας κατανάλωσης, ούτε μεζές κομματικών όρνεων που κάνουν την κάσα εξέδρα για αντιπολιτευτικό ντόρο. Η ησυχία ενός θανάτου είναι η περισυλλογή αυτών που έμειναν συνειδητά απέξω, αυτών που το ξημέρωμα τους βρήκε ακόμα ζωντανούς και πρέπει να πάρουν αποφάσεις όχι για την ελευθερία ή θάνατο αλλά για τον θάνατό τους ή το θάνατό σας.
Advertisements

Ραντεβού στο Ναδίρ

Το γυαλί που καλύπτει την τηλεοπτική δημοκρατία δεν είναι αλεξίσφαιρο αντιθέτως όσο περνάει ο καιρός και όλοι αυτοί, που πριν ένα χρόνο κρυβόταν σε τρύπες φοβούμενοι την καθαρή οργή του λαού και τώρα αφήνουν την γλώσσα τους να γίνεται πιο αναιδής από πριν, αυτό το γυαλί γίνεται όλο και πιο εύθραυστο. Όσο κάθονται μπροστά σε κάμερες και εκτοξεύουν δημοκρατικές τρομοκρατικές ενέργειες εναντίον ενός ανθρώπου που ζει σε ένα σπίτι ψυγείο, που το ψυγείο του είναι άδειο, που το άδειο έχει πάρει την όψη του μέλλοντός του, αυτό το γυαλί που χρόνια τώρα είναι η ασπίδα του κάθε πολιτικού θρασύδειλου θα θρυμματιστεί.
 Και εκεί, που ο θεωρών την ζωή του παιχνιδάκι στα χέρια όλων των αριστεροδεξιοκεντρώων πολιτικάντηδων θα νομίζει ότι όλα τελείωσαν για αυτόν, θα διαπεράσει το αόρατο σύνορο μεταξύ αυτού και του πρωταγωνιστή της τηλεοπτικής δημοκρατίας. Θα τον λιώσει ακριβώς όπως ο πρόγονός του έλιωνε την πέτρα με το χέρι και έχτισε τούτο το σπίτι που τώρα καλείται να παραδώσει αμαχητί τα κλειδιά γιατί έτσι γουστάρει ο τηλεοπτικός δημοκράτης. Τα υλικά ανοικοδόμησης αυτής της χώρας δεν είναι κοινοτικά κονδύλια, δεν είναι Κυριακές εκλογικής αναμέτρησης, δεν είναι ιδεολογίες, δεν είναι ο αιματοβαμμένος  ευρωπαϊκός πολιτισμός που προσκυνάς μπροστά του ξεχνώντας τι σού στέρησε. Τα υλικά ανοικοδόμησης που θα συλλέξεις  ένα βράδυ – όπως τα άλλα τα παγερά που ζεις- είναι οι μαριονέτες που κουνάνε τα χεράκια τους μέσα στο τηλεοπτικό κουτί και φέρουν το όνομα «δημοκρατικά εκλεγμένος». Αυτές είναι η λάσπη που θα φτιάξεις και πάλι το σπιτικό που λέγεται Ελευθερία. 
Είναι σίγουρο ότι οι εξουσιαστές σου εκεί που την έφθασαν την κατάσταση δεν μπορούν να την γυρίσουν πίσω. Θεωρούν ότι πέρασαν όλα τα τεστ αντοχής με εσένα ως όχημα να χτυπάς από τοίχο σε τοίχο χωρίς έλεος και σιγούρεψαν ότι μέχρι εκεί μπορεί να φθάσει ένας οργισμένος, απογοητευμένος, νικημένος πολίτης αυτής της χώρας. Κάθε φορά που εσύ έχανες έδαφος στις μάχες για τα καταπατημένα σου δικαιώματα, άλλοτε με την στρατηγική του συστήματος των πολιτικών αναχωμάτων με την ταμπέλα «Αριστερός» και άλλοτε με την ιδέα ότι είσαι μόνος απέναντι σε μυριάδες, αυτά τα ανθρωπάρια δυνάμωναν,  ενώ την ώρα που εσύ σκεφτόσουν  να βάλεις τέλος στην ζωή σου, έτριβαν τα χέρια τους όλα μαζί. Όλα μαζί, ανεξαρτήτου πολιτικού χώρου. Κάθε απόγνωση και ένα ποσοστό παραπάνω στις πληρωμένες τους δημοσκοπήσεις. Δεν κονταροχτυπιούνται για σένα αλλά με προστασία εσένα.
Σε πέρασαν από πολλά κρας τεστ και για αυτό με την σιγουριά πλέον ότι μέχρι εδώ ήσουν,  παίρνουν πόζα πίσω από την οθόνη και σε δουλεύουν ψιλό γαζί. Σε κάνουν να νιώθεις ένοχος. Ένοχος για την ζωή που έζησες, για τα όνειρα που έκανες, για το σπίτι που έφτιαξες, για τα ταξίδια που έλεγες ότι θα πας, για τις αγωνίες που πέρασες, για τις δημιουργίες σου, για τα ιδρωμένα μεροκάματά σου, ακόμα και για τα παιδιά που γέννησες. Σε βάζουν με τους απάνθρωπους νόμους να απολογείσαι  μπροστά στον κάθε γκρίζο δημοσιοϋπαλληλίσκο επειδή ακόμα ζεις και δεν έχεις περάσει θηλιά στο λαιμό σου. Ένοχος που αναπνέεις, ένοχος που αυτοκτόνησες. Ένοχος που ουρλιάζεις, ένοχος που μένεις σιωπηλός.  
Όλα όμως θα φθάσουν στο τέλος ακριβώς την στιγμή που αυτοί θα ολοκληρώσουν το σχέδιο που δουλεύουν δεκαετίες και που ο κάθε μη συμβιβασμένος πολίτης θα τα έχει χάσει όλα. Θα είναι η στιγμή που θα κατανοήσουμε όλοι μας ότι οι απειλές τις οποίες δεχόμασταν από ανθρώπους που για μεροκάματο είχαν το ξέσκισμα της δικής μας ζωής με την κομματική δημοκρατία τους για αντιπερισπασμό, ήταν μόνο μία σαπουνόφουσκα. Άγνωστο γιατί θα πρέπει να φθάσεις στο Ναδίρ  των αντοχών σου για να κατανοήσεις ότι τζάμπα τα έχασες όλα, και όσα δημιούργησες αλλά περισσότερο τα πολύτιμά σου χρόνια που πέρασαν σαν ζάρια όχι στα δικά σου χέρια μα στα αδούλευτα χέρια καταστροφέων ζωών. Δεν υπήρχε ποτέ κάτι ανίκητο απέναντι, υπήρχε μόνο ένα τηλεοπτικό είδωλο που νόμιζες ότι είναι άθραυστο και αδιαπέραστο από την οργή σου. Ένα πραγματικό Τίποτα ντυμένο με κουστουμάκι, πληρωμένο με πακέτα ευρωπαϊκά και αμερικάνικα, ένας άδειος τενεκές που για να υπάρχει θα έπρεπε εσύ να πιστέψεις ότι ήταν τα Πάντα.
Όταν θα διαπεράσει, λοιπόν, το χέρι σου την οθόνη και θα πιάσεις τον λαιμό αυτού που νομίζει ότι νίκησε, όταν θα συνθλίψεις μέσα στην χούφτα σου αυτή την ξύλινη προγραμματισμένη μαριονέτα θα καταλάβεις ότι τα Πάντα σε αυτό το παιχνίδι, ακόμα και τη ζωή αυτής της ξύλινης, άψυχης πολιτικής κούκλας, δεν τα κινούσε κανείς άλλος παρά μόνο Εσύ.

Απλά, αρνούμαι

Αρνούμαι να αποδεχθώ οποιονδήποτε νόμο έχει μπει σε ισχύ από την ώρα που προδότες μετατρέψανε την χώρα μου σε χρεοκοπημένο υποκατάστημα παγκόσμιας τράπεζας.  Υπάρχει μια αόρατη γραμμή μεταξύ εκείνης της ημέρας και της προηγούμενης . Στέκομαι πάνω της κοντά τρία χρόνια σαν να βρίσκομαι στην ζώνη πολέμου μεταξύ της χώρας μου και του κράτους τους.
Αρνούμαι να αποδεχθώ οποιαδήποτε απόφαση δικαστηρίου που θα στηρίζεται σε αυτούς τους κατοχικούς νόμους και βεβαίως δεν πρόκειται να δείξω κανέναν σεβασμό στους δικαστές που θα κληθούν να με κρίνουν. Τους έχω ήδη καταδικάσει από την ώρα που περίμενα σε εκείνη την γραμμή με τα δυο μου πόδια μες στο κρύο να έρθουν να αποδώσουν την δικαιοσύνη στην οποία ορκίστηκαν να υπηρετούν μέχρι θανάτου.
Αρνούμαι να αποδεχθώ οποιονδήποτε κομματικό υπάλληλο, που έχει πάρει τον τίτλο-φερετζέ- του δημοσίου, ο οποίος θα έχει απαίτηση να βρει την παρανομία μου για να αποδώσει το τίμημα σε χρήμα. Να είναι σε απόσταση ασφαλείας από το χέρι μου όταν θα πατήσει την σφραγίδα του κατασχετηρίου του σπιτιού μου, διότι αυτό το σπίτι δεν έβγαλε ούτε ένα σκουλήκι που να αποδέχεται τα πάντα αρκεί να «πέφτει» ο αιματοβαμμένος του μισθός .
Αρνούμαι να αποδεχθώ γιατρό δημοσίου τομέα όταν θα έρθει η ώρα να έχει ανάγκη την επιστήμη του  συμπολίτης μου και θα έχει το θράσος να ζητήσει βιβλιάριο υγείας ή το χρηματικό ποσό που ορίζει ο νόμος για να κάνει αυτό που του επιβάλει ο υπέρτατος νόμος του λειτουργήματος του.  Η άρνησή του να τιμήσει τον όρκο του θα είναι και η δική μου άρνηση να σεβαστώ ό,τι πολυτιμότερο έχει.
Αρνούμαι να αποδεχθώ τον όποιον θεσμό ακόμα κατέχει θέση σε αυτή την χώρα. Οι θεσμοί  που έμαθα να σέβομαι είναι αυτοί που υπηρετούν την χώρα μου και δεν υπηρετούν καμία άλλη εις το όνομα του κέρδους.
Αρνούμαι να αποδεχθώ τα όρια που θα θέσει ο κάθε υπουργίσκος για το πώς θα διεκδικήσω τα δικαιώματα μου τα οποία έχουν ήδη εξαϋλωθεί από τις υποκλίσεις που έχει κάνει αυτός και οι όμοιοί του στην Μεγάλη Τράπεζα που λέγεται Ευρώπη.
Αρνούμαι να αποδεχθώ ως καθαρό πολιτικό πρόσωπο τον οποιονδήποτε διατηρεί ακόμα και τυπικές σχέσεις, συζητά ή έστω βρίσκεται τυχαία στον ίδιο χώρο  με εκπροσώπους χωρών ή ιδρυμάτων που έβαλαν την ζωή μου υποθήκη για τις δικές τους αποθήκες χρήματος.
Αρνούμαι να αποδεχθώ τον κρατικό φρουρό ο οποίος αντί να φυλλάτει την δική μου πλάτη ασκεί βία σε μένα και στους γύρω μου για να μην ματώσει ο κρατικός εχθρός που έχει ασυλία, αν και εδώ και τρία χρόνια η ασυλία του έχει αρθεί όπως έχουν αρθεί  και όλοι οι  νόμοι με τις δικές του υπογραφές. Οι κρατικοί φρουροί που προστατεύουν τον εχθρό και όχι τον συνάνθρωπο εδώ και τρία χρόνια μετατράπηκαν συνειδητά, εφόσον δεν παραιτήθηκαν, σε παρακρατικούς.
Αρνούμαι να αποδεχθώ ως Άνθρωπο οποιονδήποτε ψηφοφόρο ή παλαμακιστή του οποιοδήποτε κόμματος συμμετέχει ακόμα και με την παρουσία του μέσα στο Κατοχικό Κοινοβούλιο,  αλλά και όλους αυτούς που σπρώχνουν την κατάσταση με οποιαδήποτε κομματική ταμπέλα. Δεν σέβομαι τον μικρό, άνοο, ατομικιστή και επικίνδυνο πολίτη ο οποίος με την κρυφή του ψήφο επιμένει να συντηρεί την χώρα μου σε καταστολή και ψυχική αφαίμαξη. 

Αρνούμαι να αποδεχθώ τον καθημερινό εξευτελισμό του Ανθρώπου, τον βιασμό της αξιοπρέπειας ζωής και θανάτου, τις αυτοκτονίες, την πείνα, την κατάθλιψη, την στέρηση οξυγόνου των δικών μου ονείρων και του διπλανού μου, αλλά και το κομμάτιασμα της χώρας μου με προδοτικά χρεόγραφα. 

Αρνούμαι να θεωρώ ίσους όλους αυτούς που νομίζουν ότι η σιωπή μου είναι και η κατάφασή μου στο προμελετημένο έγκλημα που επιμένουν να συντελούν.

Θύματα Ειρήνης

Ευτυχώς που δεν έχουμε πόλεμο, έτσι μας έμαθαν να λέμε. Αυτό που δε μας λένε όμως είναι ότι στις συνθήκες ειρήνης ο κατάλογος των θυμάτων και των καταστροφών ενός λαού είναι ανάλογες προς τις απώλειες με αυτές ενός πολέμου, αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει καμία Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που να τα υπερασπιστεί. Τα θύματα της ειρήνης δεν έχουν δικαιώματα μόνο υποχρεώσεις. Τα θύματα της ειρήνης δεν μπορούν να απειλήσουν κανέναν με Δικαστήριο διότι τους δόθηκε το δικαίωμα να επιλέξουν Δημοκρατικά την Ειρήνη που τους σκοτώνει. 
Αυτή την στιγμή το Κράτος θεσπίζει νόμους οι οποίοι σε περίοδο πολέμου θα ήταν τα αποδεικτικά στοιχεία καταδίκης του. Σου απαγορεύει την περίθαλψη και την φαρμακευτική σου αγωγή εφόσον δεν έχεις το χρηματικό αντίτιμο και το ποσό των 25 ευρώ για να ζητήσεις βοήθεια σε δημόσιο νοσοκομείο. Επειδή είσαι σε καιρό ειρήνης δεν μπορείς να το σύρεις σε καμία δίκη για την καταπάτηση του Άρθρου 3 παρ. 2 των Συμβάσεων της Γενεύης, το οποίο ρητά υποχρεώνει την κατέχουσα Δύναμη όχι μόνο να συλλέγει αλλά και να περιθάλπει όλους τους ασθενείς άμαχους ή μάχιμους. Δεν μπορείς να τα βάλεις με ένα Κράτος που εσύ επέλεξες να σε διαφεντεύει κι αυτό ας σε φθάνει στα όρια της εξαθλίωσης, της αναξιοπρέπειας, της αυτοκτονίας, του φόνου και της τρέλας. Διότι αν είμαστε σε καιρό πολέμου το Κράτος θα ήταν υποχρεωμένο να τηρήσει το Άρθρο 4 παρ.2, που θα του απαγόρευε καθ’ οποιονδήποτε χρόνο και τόπο να επιβάλλεται με βία κατά της ζωής, της υγείας, της φυσικής και πνευματικής ευημερίας των ατόμων καθώς και να προσβάλει την αξιοπρέπεια του κάθε ατόμου. Η βία που δεν έρχεται με όπλο αλλά με δημοκρατικές υπογραφές δεν στήνεται σε κανένα εδώλιο κατηγορουμένου. 
Ευτυχώς που δεν έχουμε πόλεμο, έτσι μας έμαθαν να λέμε διότι εσύ που ζεις σε καιρό ειρήνης δεν σου έχει στερήσει κανένας την ελευθερία σου διότι εσύ ανέβασες με τις επιλογές σου την εξουσία στο βάθρο της, δεν επιβλήθηκε από μόνη της. Έτσι δεν μπορείς να υπερασπιστείς τον εαυτό σου ως άτομο που η ελευθερία του υπέστη περιορισμό. Διότι αν ήσουν από τους άτυχους που θα βρισκόταν σε πόλεμο θα είχες υπερασπιστή σου το Άρθρο 5 παρ. 1, που θα υποχρέωνε τους κατακτητές σου να σου παρέχουν τροφή, πόσιμο νερό, προστασία απέναντι στις κλιματικές αντιξοότητες καθώς και το πλεονέκτημα ιατρικών εξετάσεων. Τώρα είσαι πολίτης εν καιρώ ειρήνης: Θα πεινάς εσύ, το παιδί και η μάνα σου, θα σου κόβει η εταιρεία ύδρευσης το νερό για ληξιπρόθεσμους λογαριασμούς, θα κρυώνεις μέχρι θανάτου και βέβαια οι ιατρικές σου εξετάσεις θα είναι άπιαστη πολυτέλεια. Ο εξαναγκασμός σε λιμοκτονία ως μέθοδος μάχης είναι έγκλημα πολέμου με το Άρθρο 14, αλλά εσύ δεν δέχεσαι καμία επίθεση, μόνο επιβολή νόμων μιας δημοκρατικά ψηφισμένης κυβέρνησης.
Όταν τελειώσει και αυτή η μεταβατική περίοδος του νέου οικονομικοπολιτικού μοντέλου που μας πλάσαραν τεχνηέντως με τον όρο «κρίση», δεν θα θυμόμαστε τίποτε από τα μεταβατικά χρόνια που διανύουμε. Θα αφομοιωθούμε από ένα νέο σύστημα όπως έγινε και στην αλλαγή του κάθε συστήματος που μας έφθασε μέχρι εδώ. Δεν θα έχουμε την τιμή να καταθέτουμε στεφάνια στο Μνημείο του Αγνώστου Έλληνα που απλά δεν κατάφερε να τα βγάλει πέρα στην μετάβαση αυτή. Δεν θα υπάρχει Νεκροταφείο Θυμάτων Ειρήνης να επισκεπτόμαστε και να λέμε ότι αυτό δεν θα αφήσουμε να ξανασυμβεί. Δεν θα έχουμε να διηγούμαστε τίποτε το ανθρωπίνως ηρωικό στις επόμενες γενιές διότι εμείς ζήσαμε την ειρήνη και όχι τον πόλεμο. Και βέβαια κανένα Δικαστήριο Εγκλημάτων Πολέμου δεν θα μας δικαιώσει βάσει του Άρθρου 91 το οποίο επιβάλλει στο εμπόλεμο μέρος το οποίο παραβιάζει τις διατάξεις των Συμβάσεων στην καταβολή αποζημιώσεως. Αλλά δεν είναι η αποζημίωση αυτή που θα μας δικαίωνε αλλά το ότι θα θεωρούνταν υπεύθυνο το εμπόλεμο μέρος για όλες τις αναξιοπρεπείς πράξεις που διαπράχθηκαν από πρόσωπα που αποτελούν μέρος των ενόπλων δυνάμεών του. Δεν θα έχουμε τουλάχιστον την ικανοποίηση να δούμε όλα αυτά τα πρόσωπα που ευθαρσώς μας λοιδορούν καθημερινώς πατώντας με την δημοκρατική τους μπότα τα εκ γενετής και εξ αγώνων αιματηρών δικαιώματά μας,  τους φονιάδες χιλιάδων Ελλήνων να κάθονται στο σκαμνί του κατηγορουμένου. Κι εμείς εκεί πίσω στην γαλαρία του ακροατηρίου της αίθουσας δικαστηρίου να νιώθουμε έστω και στο ελάχιστο δικαιωμένα θύματα ενός πολέμου που επέλεξαν άλλοι για μας και όχι μιας ειρήνης που επιλέξαμε εμείς για τον εαυτό μας.

Η ζωή σου, η τιμή σου

Αν η ζωή μας είχε αξία θα το είχαμε ήδη αποδείξει πολεμώντας με νύχια και με δόντια για να την διατηρήσουμε έστω και  ακρωτηριασμένη. Αναρωτιόμαστε, γράφουμε και προσπαθούμε να αναλύσουμε τι πάει στραβά σε αυτόν τον τόπο και μένουμε άπραγοι στην κατακρεούργηση της θεωρητικής αξιοπρέπειας μας. Θεωρητικής,  διότι δεν έχουμε αξιοπρέπεια εφόσον δεν έχουμε αξία ως ζωές. Έχουμε τιμή. Κοστολογηθήκαμε για την εκπαίδευσή μας, την εργασία μας, για την υγεία μας, για την ψήφο μας, για τον φόρο μας, την κηδεία μας,  κι εμείς αυτή την στιγμή δεν παλεύουμε για την υποτίμηση της αξίας μας παρά μόνο για την έκπτωση του κόστους ζωής μας απέναντι στο κράτος. Παλεύουμε για να μην πέσει κι άλλο η τιμή μας. Αυτό είναι το μέλημά μας: Ένα νομοσχέδιο και ένα μνημόνιο. Πουθενά ανάμεσα στις χιλιάδες σελίδες των προϋπολογισμών που συντάσσουν λογιστές της κακιάς ώρας δεν υπάρχει η αξία της ζωής. Μόνο η τιμή. Καταντήσαμε εμπόρευμα με πολύ μικρή ημερομηνία λήξης κατασκευασμένο με χειρίστης ποιότητας πρώτες ύλες. 

Τα αποτελέσματα της εκποίησης της αξιοπρέπειάς μας είναι ήδη εμφανή και φρικαλέα. Οι συντεχνίες στοιβάζονται με συνθήματα και πανό στους δρόμους για να εξασφαλίσουν μία τιμή για την ύπαρξή τους  αδιαφορώντας για την ύπαρξη της αξιοπρέπειας. Να μην πέσει ο μισθός μου, να μην χάσω τα προνόμιά μου και ας καεί ο κόσμος. Πρέπει να είσαι τουλάχιστον σχιζοφρενής αν σε ικανοποιεί ότι αύριο εσύ θα έχεις λεφτά στο πορτοφόλι σου, εξασφαλισμένο το σπίτι σου και το κρεββάτι του ιδιωτικού νοσοκομείου αλλά θα περπατάς καθημερινά ανάμεσα σε ζωντανά και νεκρά συντρίμμια. Θα βγαίνεις από το ζεστό διαμερισματάκι  σου σε μια χώρα βομβαρδισμένη. Θα πίνεις καφέ και θα βλέπεις σήριαλ ενώ στο δίπλα διαμέρισμα κάποιος θα κόβει τις φλέβες του. Ήδη έχεις συνηθίσει οι σύγχρονες απλωμένες στον ήλιο μπουγάδες να μην είναι σώβρακα αλλά κουφάρια ανθρώπων.

Έχουμε την εντύπωση ότι η αντίσταση προηγούμενων γενεών γινόταν μετά από μεγάλες θεωρητικές κουβέντες και μετά από μεγάλη ζύμωση ιδεολογικών θέσεων. Έτσι βολεύει τους δημιουργούς των παρατάξεων που στηρίχθηκαν σε κοστολογημένες ιδεολογίες και σε αυτές που στηρίχθηκαν στην απόκτηση προσωπικού πλούτου. Θέλουν να πάρουν ακόμη και την πράξη αντίστασης  απλών ανθρώπων ως δικό τους επίτευγμα. Μεθοδευμένα δεν σε  έβαλαν να σκεφτείς ότι αυτό που σπρώχνει τον αξιοπρεπή άνθρωπο στην αντίσταση με βία δεν είναι η καταπάτηση των δικαιωμάτων του , είναι η προσβολή της αξιοπρέπειας. Είτε είναι εθνική, είτε ταξική, είτε κοινωνική, είτε προσωπική, είτε απλά ανθρώπινη. Όσο ο άνθρωπος είχε λιγότερα πάρε -δώσε με το κράτος και περισσότερα με τον διπλανό του τόσο η αξία του μεγάλωνε.  Και όσο ο διπλανός  του ένιωθε την αξία αδιαπραγμάτευτη, τόσο ανέβαινε στο χρηματιστήριο της ύπαρξης η ζωή και κατέβαινε το κόστος θανάτου. 

Λοιπόν, σε ποιον πόλεμο να κατέβεις, τιμημένε μου Έλληνα απέναντι στο Τέρας; Ποιος θα δώσει την ζωή του για την αξία σου  όταν εσύ  ο ίδιος την έχεις κοστολογήσει με διαπραγματεύσεις, υπογραφές και ψήφους ως ληγμένο προϊόν στις αποθήκες του κόσμου;

Ζωντανός και γραικύλος

Η ντροπή έφτιαξε τις βαλίτσες της και μετανάστευσε. Έμεινε πίσω το σαρκίο σου που είναι άδειο από ψυχή, από τόλμη και απλή λογική. Το μόνο σου μέλημα είναι πώς θα την «βγάλεις» το χειμώνα που πλησιάζει και δεν έχεις ούτε στο ελάχιστο τα κότσια του μυρμηγκιού να κουβαλήσεις μόνος σου το βιος σου το δουλεμένο. Τα θέλεις έτοιμα, γελοίε υπάνθρωπε, που σε έβαλε η τύχη- και μόνο αυτή – να γεννηθείς και να μείνεις σε αυτό τον τόπο. Επιμένεις να θέλεις να λέγεσαι ραγιάς και τελευταία έχεις εξελίξει το είδος σου: Και ραγιάς και γραικύλος αφού γουστάρεις μέχρι υστερίας το κουλό σου πόδι να πατάει στην Ευρώπη.
Οι αιτίες κάθειρξης των ποινικών φυλακισμένων σε αυτή την χώρα μέχρι πριν 25 χρόνια κατά 90% ήταν για την τιμή, όσο αστεία κι αν φαινόταν, και τώρα τα τάγματα εφόδου των ανέραστων, ανιστόρητων, ανθελλήνων δίποδων έρχονται για να σου λύσουν τα προβλήματα με ένα τηλεφώνημα διότι, εσύ γραικυλοραγιά, δεν έχεις τα απαραίτητα φυσικά εργαλεία στο παντελόνι σου για να τα λύσεις μόνος. Φωνάζεις τους μπράβους να σε σώσουν, δειλέ, από το φακελάκι του γιατρού μέχρι τον βιασμό του παιδιού σου. Και είσαι τόσο ηλίθιος που αγνοείς ότι και ο γιατρός και ο βιαστής διέπονται από τον ίδιο εγωκεντρικό ναζισμό που σε θεωρεί κατώτερο και σε κάνει ό,τι γουστάρει όπως και οι δήθεν άντρες που καλείς στα δύσκολα για να σε σώσουν. Μόνο που οι τελευταίοι έχουν βάλει τεχνηέντως για προπέτασμα την σημαία αυτής της χώρας που μόνο και μόνο γι’ αυτό θα έπρεπε να τους έχεις από μόνος σου κόψει το χέρι που τολμά και την ακουμπά.
Σε έβαλαν πάλι σε καλούπι, ηλίθιε, και αντί να το σπάσεις, εσύ το κάνεις πιο ανθεκτικό. Σε βάζουν να πρέπει να διαλέξεις ή τους απογόνους των ταγματασφαλιτών ή τους άκαπνους προοδευτικούς που σε σέρνουν σε πορείες και απεργίες κρατώντας σε μακρυά από τον στόχο. Διότι ο στόχος που πρέπει να φθάσεις και να συντρίψεις είναι όλο το πολιτικό σύστημα που θρέφει όλους αυτούς χωρίς καμία εξαίρεση και χώνει εσένα πιο βαθιά μέσα στον τάφο σου. Εσύ όμως αντί να κρατάς σφυρί που θα σπάσει συθέμελα το φρούριό τους , κρατάς πλακάτ και σταθερό βήμα σαν γύναιο σε πασαρέλα σουρεαλιστικών καλλιστείων.
Τι άλλαξε τελικά μέσα σε τρία χρόνια; Άνοιξε τα μάτια σου και θα το δεις. Το πολιτικό σύστημα αλλάζει πανευρωπαϊκά με αφορμή την δήθεν οικονομική κρίση με τραβεστί κυβερνήσεις που στρώνουν την κατάσταση για το νέο σύστημα εξουσίας και εσύ επιμένεις να θεωρείς ότι τα εργασιακά σου δικαιώματα είναι το μέλημα των δήθεν λαϊκών και προοδευτικών παρατάξεων. Ένα εμπόρευμα είσαι που μέχρι να λήξεις πρέπει να τακτοποιηθείς σύμφωνα με τον έμπορο στο σωστό ράφι στην ανακαίνιση του ευρωπαϊκού καταστήματος.
Έτσι καταλήγεις σε δύο επιλογές: Ή φωνάζεις τους τραμπούκους να σε σώσουν στιγμιαίως με μπράτσα φουσκωμένα και ξεφούσκωτα σώβρακα ή τους μαλθακούς να σε κανακέψουν κοιμίζοντας σε με νανουρίσματα ειρηνικής επανάστασης . Εσύ ο ίδιος πάντως δεν έχεις σκοπό να βγεις από την κονσέρβα που σε έχωσαν και να τα σπάσεις όλα στο μπακάλικο που σε έχει προς πώληση διότι έτσι ήσουν πάντα. Περίμενες κάποιον άλλον να σε σώσει μόνο που δεν σκέφθηκες ποτέ ότι δεν κινδύνευες από κανέναν παρά μόνο από τον ίδιο σου τον εαυτό που μεγάλωσε με το φόβο της καταπάτησης των φτιαχτών από το σύστημα δικαιωμάτων σου, ότι θα ποδοπατηθείς από τον διπλανό σου, ότι σώνει και καλά θα πρέπει να ανήκεις σε ομάδα για να επιβιώσεις. Έφτασες μέχρι εδώ διότι το πολιτικό σύστημα σε όρισε μάζα με ορισμένα δικαιώματα ζωής και το νέο πολιτικό σύστημα που στήνεται, αυτή την μάζα, θα την χρησιμοποιήσει αποκλειστικά για τα δικά του δικαιώματα κέρδους απλά τώρα δεν θα κρατήσει καν τα προσχήματα ότι σε έχει σε υπόληψη. Είσαι η μόνη πηγή ενέργειας που δεν πρόκειται ποτέ να εξαντληθεί. Με το φτυάρι θα σε χώνουν στους φούρνους σαν κάρβουνο για να κάνει το ατμόπλοιο τους υπερατλαντικές κρουαζιέρες. Κι ενώ εσύ θα καίγεσαι , στο πάνω κατάστρωμα κάτω από τους πολυελαίους καθισμένοι στις βελούδινες πολυθρόνες οι εκπρόσωποι όλων αυτών που σήμερα σε αποκαλούν «δικό τους» θα υψώνουν τα ποτήρια στην υγειά της νίκης τους μέσα σε χάχανα και κρύα αστειάκια.
Πριν λοιπόν πάρεις απόφαση να συμμετάσχεις σε όλα αυτά που θεωρείς απλά, φυσικά και εύκολα σκέψου έστω και την τελευταία στιγμή και ενώ αποχαιρετάς την ντροπή σου ότι αν έκανες ο,τιδήποτε που αυτό το σύστημα δεν ενέκρινε θα ήσουν ήδη νεκρός ή ήδη ελεύθερος.

Ο χρόνος ξεκινά από…τώρα

Υπάρχει ακόμη χρόνος…για όλους εμάς που καθίσαμε στο πεζούλι της ιστορίας κοιτώντας τα παπούτσια μας. Την πίκρα της ήττας την γευτήκαμε και την απογοήτευση για ακόμη ένα στημένο παιχνίδι στο οποίο αν και δεν παίξαμε γίναμε θεατές της εξ αρχής χαμένης κερκίδας . Την ζήσαμε την νύχτα εκείνη που αγνοούσαμε ότι υπάρχει,  κι όμως φθάσαμε κι εμείς να μετράμε τα σανίδια του ταβανιού για να διώξουμε την οργή που έκλεψε ακόμη και τον ύπνο μας. Όμως, υπάρχει ακόμη χρόνος για όλους εμάς που γνωρίζουμε ότι όλα τελείωσαν σε αυτόν τον τόπο. Αρκεί να σκοτώσουμε άνευ ελέους όλες τις φωνές όλων των τεράτων που θέλουν να μας πείσουν ότι κρεμόμαστε από τις ανορθόγραφα ραγιάδικες υπογραφές τους. Υπάρχει χρόνος να λύσουμε και να καθαρίσουμε τα όπλα του μυαλού μας, να τοποθετήσουμε τις σφαίρες της συνείδησής μας στην θαλάμη, να στοχεύσουμε στις φλύαρες γλώσσες των άνανδρων υπεροπτών και να πατήσουμε την σκανδάλη χωρίς τρέμουλο στο χέρι μας. Να σιωπήσουν εντελώς μέσα μας. Να τους αψηφήσουμε βάζοντας στην δική μας κάλπη τα χρεόγραφα της αξιοπρέπειας που μας στέρησαν δίχως σταγόνα οίκτου. Χωρίς ομάδες, χωρίς καταστατικά, χωρίς γελοίες ψηφοφορίες, χωρίς συζητήσεις επί συζητήσεων, χωρίς αναλύσεις επί αναλύσεων, χωρίς ούτε μία σταγόνα αίμα να πέσει. Αναίμακτα μας σκοτώνουν, αναίμακτα να σιωπήσουν.
Υπάρχει ακόμη χρόνος…για όλους εκείνους που δεν είδαν την Ελλάδα ως δικαίωμα αλλά ως υποχρέωση. Για εκείνους που μέχρι σήμερα έχουν διανύσει την ζωή τους ως στόχοι ανάλγητων πολιτικάντηδων οι οποίοι κρύβουν την δειλία τους μέσα στα χάρτινα κάστρα πολιτικών κομμάτων με σημαία την δημοκρατία. Κοίτα τους, λοιπόν, εκείνους, πώς επιβίωσαν από τις σφαίρες της αναξιοκρατίας, της αδικίας, της προδοσίας, της σκληρής επίγνωσης του τι είναι για τους ασήμαντους θνητούς αλλά εκλεγμένους αθανάτους. Μια χαρά αναπνέουν δίπλα μας ακόμα και αν τώρα κοιτάνε σιωπηλοί τα παπούτσια τους. Υπάρχει ακόμα χρόνος όσο ο καθρέπτης που αντικρίζουμε το πρωί έχει την φάτσα μας ως αντικατοπτρισμό.
Υπάρχει χρόνος…για όλους τους ήρωες που κρύβουμε μέσα μας. Τους σιωπηλούς μικρούς μας εαυτούς που θέλουν να πάρουν την θέση μας μα εμείς τους καταπιέζουμε είτε από στιγμιαίο φρενάρισμα της δήθεν ηθικής, είτε από την χρόνια εκπαίδευσή μας να οριζόμαστε και όχι να ορίζουμε. Να μένουμε σιωπηλοί μη και διακόψουμε τον πολυλογά πολιτικό από τις εξαγγελίες του σχεδίου που σκοπό έχει να μας καταδικάσει στον ρόλο του ανυποψίαστου εύκολου στόχου ή του ήσυχου απείθαρχου στημένο στον τοίχο. Υπάρχει χρόνος για αυτούς που δεν χωράνε σε γραμμάτια και εικονικά χρέη. Υπάρχει χρόνος να ορίσουμε το δικό μας μέγεθος απλώνοντας την ψυχή μας σαν χάρτη. Να γίνουμε εμείς Ελλάδα, στέλνοντας σιωπηλώς τα μαντάτα ότι ο χρόνος για τους ατσαλάκωτους μαλθακούς ανελέητους εκτελεστές μας, μόλις τελείωσε.