Από τα χαρακώματα

Τώρα καταλάβατε υπουργέ μου ότι έχουμε πόλεμο; Κάθε μέρα έχουμε πόλεμο και κάθε μέρα μετράμε θύματα. Δεκάδες θύματα σκοτωμένα και τραυματισμένα που διπλασιάζονται και πολλαπλασιάζονται, θύματα των αόρατων σφαιρών. Βέβαια έχουμε πόλεμο, χρόνια έχουμε πόλεμο όλοι εμείς που πριν λίγες ημέρες ορκίστηκες να προστατέψεις. Οι πολίτες που εξουσιάζεις δημοκρατικά «σκοτώνονται» κάθε μέρα από τους ελεύθερους σκοπευτές των πολιτικών σας. Θέλετε να μιλήσουμε για θύματα; Αρχίστε να καταμετράτε: Άνεργους, απλήρωτους, συνταξιούχους, αγρότες, εργάτες, ασθενείς σε λίστα αναμονής, 17χρονους που μεταναστεύουν για την δωρεάν σας παιδεία, πολίτες της άγονης γραμμής, 20χρονα που γλείφουν τα κομματόσκυλα για 600 ευρώ, μετανάστες που πάνε τοίχο-τοίχο μη και τους δει το μάτι της δημοκρατίας σας, απόφοιτοι που κάνουν τα πτυχία τους κορνίζα, βιοπαλαιστές που περνάνε την «Δίκη των 6» από δημόσιους λειτουργούς σας. Αν έχουμε πόλεμο αναρωτιόσαστε μέχρι προχθές; Μα σε ποια χώρα ζείτε, υπουργέ μου;
Εδώ έχουμε φτιάξει χαρακώματα, στήνουμε στρατηγικούς χάρτες καθημερινά για αποφύγουμε τις ενέδρες θανάτου που έχει στήσει το Κράτος σας. Υπολογίζουμε πλέον και τα τρόφιμα που θα μας βγάλουν για ένα μήνα στο καταφύγιο του σπιτιού που κινδυνεύουμε να χάσουμε από τις συμμαχικές δυνάμεις σας, τις τράπεζες. Ξέρεις τι είναι να βγαίνεις από το καταφύγιο εν ώρα μάχης και να κρατάς παιδιά στα χέρια σου;
Οι δικοί μας στρατιώτες, υπουργέ μου, δεν κρατούν καλάσνικοφ. Δεν είναι στρατός επίθεσης παρά μόνο άμυνας. Κάθε μέρα και ένα βήμα πίσω κάνουν από τα σύνορα που καταπατάτε καθημερινώς και γλείφουν τις πληγές τους σαν αγρίμια που βάλλονται άνευ λόγου. Στρατιώτες μοναχικοί που τα νώτα τους καλύπτονται μόνο από τοίχο. Δεν έχουν διμοιρίες, δεν έχουν αρχηγό, δεν έχουν υπουργό. Έχουν μόνο πόλεμο.

Όταν λοιπόν δηλώνατε:
«Έχουμε πόλεμο, τα πράγματα έχουν ξεφύγει από κάθε λογική, θα πολεμήσουμε»,
ευχόμασταν αυτό να το λέγατε για αυτούς που τρώνε κάθε μέρα και από μία σφαίρα στην καρδιά.

Ψυχή μικρή

Ριζοσπάστης 8 Οκτωβρίου του 2009: «Ο σκηνοθέτης( Παντελής Βούλγαρης) επιμένει κυρίως να βρίσκεται και να απεικονίζει τις σφαγές που εκτυλίσσονται στα πεδία των μαχών τις οποίες αναπαριστά με δομικά στοιχεία χολιγουντιανής αισθητικής: Αναβλύζον – πέραν του δέοντος – αίμα, εμμονή σε λεπτομέρειες διαμελισμένων σωμάτων υπό τον ήχο επιθανάτιου ρόγχου, παρατεταμένη διάρκεια πλάνων, κατάχρηση της θεματικής επανάληψης, σε βαθμό που κάπου να αγγίζει τα όρια της υπερβολής και ίσως του κακού γούστου, ενώ δε λείπει και …μια ιστορία αγάπης των αντιμαχόμενων πλευρών.»
Μετά από αυτό το άκρως προπαγανδιστικό κείμενο μίας εφημερίδας τι άλλο μπορείς να πεις; Δε μπορείς όμως να σιωπήσεις όταν ένα κόμμα του λαού αντιμετωπίζει τον θάνατο του λαού λες και βλέπει «χολιγουντιανή ταινία».
Φαίνεται ότι η αμερικανική βιομηχανία θεάματος έχει λάτρεις αρθρογράφους του Ριζοσπάστη αφού μπορούν να συγκρίνουν τον θάνατο με τον «θάνατο» με απίστευτη ευκολία. Λες και ο θάνατος των κομουνιστών δεν είναι ίδιος με αυτών των φασιστών. Και όμως, κύριοι της στρατευμένης δημοσιογραφίας, και ο κομουνιστής και ο φασίστας τον ίδιο επιθανάτιο ρόγχο έχουν. Ξέρετε στον Γράμμο δεν έπεφτε κομφετί, έπεφταν σφαίρες. Ξέρετε όταν κάποιοι σχεδιάζουν τον πόλεμο στα χαρτιά κάποιοι τον πραγματοποιούν με τα χέρια τους. Ξέρετε ένας φασίστας και μια κομουνίστρια μπορούν να ερωτευθούν διότι η ζωή δεν είναι ντοκιμαντέρ, δεν κόβεις καρέ και δε μοντάρεις. Η ιστορία είναι προσωπική αλήθεια του καθένα και όχι συλλογική αποδοχή με τις ευλογίες οποιασδήποτε ιδεολογίας. Έχετε μάλλον μπερδέψει πολλά πράγματα εκεί στα γραφεία και στις συνελεύσεις σας. Έχετε παρανοήσει το τι σημαίνει κομουνισμός και τι φασισμός. Όσο και να το διαβάλετε, ο κομουνισμός μία βάση έχει και αυτή είναι ο ανθρωπισμός και η ελευθερία του σκέπτεσθαι. Ο κομουνισμός δεν έχει ανάγκη προπαγάνδα. Όποτε την είχε….καταστράφηκε.
Έχετε πάντως μία ευκολία να γράφετε με την ίδια ευκολία που διαγράφετε. Ένα παράδειγμα θα σας δώσω τώρα από παλαιότερους συναδέλφους σας στο ίδιο προπαγανδιστικό φύλλο το οποίο πειθαρχικά υπηρετείτε: 16 Ιουνίου 1945 τίτλος είδησης : «Η προδοσία του Βελουχιώτη».
«Στο ΚΚΕ δεν έχει κανένας θέση οσοδήποτε ψηλά κι αν στέκει, κι οσοδήποτε μεγάλος κι αν είναι, όταν οι πράξεις του δεν συμβαδίζουν με το κοινό συμφέρον κι όταν παραβιάζεται η δημοκρατική εσωκομματική πειθαρχία.».
Ενημερωτικά και με καθόλου καλλιτεχνική και χολιγουντιανή αισθητική να σας ενημερώσω ότι αυτός δεν είχε επιθανάτιο ρόγχο.

Ήταν απείθαρχος και με ψυχή…βαθιά.

Σε μένα να ορκιστείς.

Σε μένα να ορκιστείς. Σε μένα τον Απλό που κάθομαι στην ουρά του συσσιτίου της ζωής περιμένοντας δεκαετίες με την καραβάνα μου να στάξεις δύο σταγόνες περισσότερες ελπίδας. Στα κόκαλα αυτών που σιώπησαν να ορκιστείς, για να έχεις το δικαίωμα της «δημοκρατίας» σου και να φοράς το κασμίρ κοστουμάκι σου. Έτσι όπως στοιχίζεστε όλοι από τα κομμωτήρια και από τους ραφτάδες, να είμαι μπροστά σας, εγώ ο Απλός, να ορκιστείτε όλοι σας στα γόνατα ότι αν ένας από εσάς τολμήσει ξανά να πληγώσει την αξιοπρέπεια μου να βρει την επόμενη στιγμή σχοινί να κρεμαστεί.
Σε μένα να ορκιστείς, εσύ με το περιποιημένο νύχι και το χρυσό κουμπί στο μανίκι σου, ότι το γράσο από τα νύχια μου που δεν βγαίνει όσο και αν τα πλένω μετά την δουλειά δεν θα γίνει γράσο για την μηχανή του μασήματος σου. Ότι τα γόνατά μου που έχουν φθαρεί μαζί με το 5ετίας παντελόνι μου δεν θα γίνουν, για σένα αυτή τη φορά, σκαλωσιές προσωπικής αναρρίχησης.
Στα άσπρα μαλλιά μου να ορκιστείς που δεν τα φύσηξε κανένας αέρας αλλαγής όταν ήταν ακόμη καστανά. Που είναι τόσο άσπρα πια που με κάνουν αόρατο όταν στήνομαι στο ΙΚΑ για μια εξέταση ούρων. Αόρατο, όταν παίρνω το χαρτάκι της αναμονής για έξι μήνες και μου μένουν μόνο δύο ζωής. Σε αυτούς τους δυο μου μήνες να ορκιστείς, εσύ ο Αθάνατος.
Σε μένα να ορκιστείς που όταν έρχεται εκείνη η παγωνιά δεν βγαίνω να δω τα χωράφια μου απλά περιμένω την αυγή να δω τι έχει αφήσει. Ανοίγω την πόρτα σιγά-σιγά εκείνα τα πρωινά, γιατί στο λέω, η παγωνιά έρχεται κάθε χρόνο, χρόνια τώρα. Στο βιός μου να ορκιστείς, όταν ο μεσάζοντας έρχεται να κάνει παζάρια με τον ιδρώτα μου και με το γάλα του παιδιού μου.

Στην αγωνία μου να ορκιστείς που στα δεκαεπτά μου αρχίζω να μετρώ τα καρφιά που θα βάλω στην εργασιακή μου κάσα, σ’ αυτή που θα με χώσουν μόλις τελειώσω το σχολειό γιατί τα όνειρα, μου είπαν οι παλιοί, είναι γι’ αυτούς που στο τέλος νικιούνται.
Σε μένα να ορκιστείς που μου βγάλαν τα σωθικά μου αφού τα χημικά από την βιομηχανία τα είχαν λιώσει. Αναπηρική σύνταξη στα 42. Στα μωρά μου να ορκιστείς που το μέλλον τους έγινε «φακελάκια» στο ΕΣΥ.
Σε μένα να ορκιστείς που όταν εσύ θα παίρνεις τον πρωινό σου καφέ εγώ θα έχω γυρίσει στο σπίτι με μισή φραντζόλα ψωμί και ένα πάκο απλήρωτος λογαριασμούς. Με ταμείο ανεργίας θα πορευτώ από τα 50 μου μέχρι το τέλος. Έκανα και κάτι εξτραδάκια μοιράζοντας τα ψηφοδέλτιά σου αυτές τις ημέρες. Στο ξημέρωμά μου να ορκιστείς που δε με θέλει ούτε η ζωή, ούτε ο θάνατος.
Στον δικό μου Θεό να ορκιστείς, γιατί ο δικός σου, κοντά δύο αιώνες τώρα, έχει γίνει ο κατήγορός μου, ο τιμωρός μου, ο εχθρός μου.
.
Φώτο: Francesco C.

«Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει, πατέρα;»

Γιατί υπάρχουν πολίτες που εκστασιάζονται για έναν πολιτικό; Τι είναι αυτό που κάνει έναν λαό να κόβει και το χέρι του για έναν ξένο; Αυτό που κάνουν οι ψηφοφόροι όταν νικάει το κόμμα τους είναι πολύ περίεργο. Γιατί χαίρονται; Γιατί χορεύουν και γλεντούν λες κι είναι στο γάμο της ξαδέλφης; Τι είναι αυτό που τους κάνει να ξεχνούν τα σημαντικότατα προβλήματα τους και το άμεσο αύριο; Έχουν αναρωτηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που δεν πήγαν για δουλειά το πρωί επειδή ήταν ευτυχισμένοι για τον εαυτό τους;
Έχω χρόνια που δεν παρακολουθώ πολιτικούς και ειδικά κόμματα γιατί από την στιγμή που δεν υπάρχει ιδεολογικό εφικτό υπόβαθρο δεν βλέπω τον λόγο να υπάρχουν κόμματα. Αυτό που παρακολουθώ στις εκλογικές φιέστες είναι ο κόσμος. Τρελαίνομαι όταν οι κάμερες πηγαίνουν επάνω στα πρόσωπα που είναι ακίνητα λες και παρακολουθούν Κουροσάβα. Αμίλητοι να ακούνε αυτά που χρειάζονται μεταφραστή για να κατανοήσεις. Στην επικοινωνιακή σιωπή του λόγου του πολιτικού, ξαφνικά και συγχρονισμένα αρχίζουν οι ιαχές και οι καραμούζες. Η σιωπή κάποιες φορές σταματάει σε άσχετη λέξη, διότι ο πολιτικός δεν είναι και Λυσίας. Π.χ στην λέξη:«εγώ». Τι μπορείς να χειροκροτήσεις στην λέξη «εγώ»; Και όμως οι οπαδοί λες και βρίσκονται σε συναυλία των Iron Maiden χτυπιούνται και χοροπηδάνε. Πετάνε τα μωρά τους στον αέρα μόνο για ένα «εγώ». Φαντάσου τι θα γινόταν αν έκανε το λάθος και έλεγε «εμείς». Τέτοια λάθη όμως δεν γίνονται ούτε από ανόητους.
Μετά έρχεται η στιγμή που ο πολιτικός κατεβαίνει από το πατάρι (τώρα έγινε pontium) και μπαίνει μέσα στο πλήθος. Οι θαυμαστές των Beatles μπροστά τους δεν πιάνουν μία. Γρονθοκοπούνται στην κυριολεξία για να ακουμπήσουν τον «εγώ». Μάλιστα στην τελευταία φιέστα ο «εγώ» παραλίγο να ποδοπατηθεί από το πλήθος. Μάρτυρας η κάμερα. (Ελπίζω να μην το μοντάρουν για να ξαναδώ το επεισόδιο).
Όταν φεύγει ο «εγώ» και μένουν οι οπαδοί στα εκλογικά κέντρα αρχίζουν να χορεύουν. Ο πρώτος χορός είναι ο καλαματιανός και αμέσως ο επόμενος τσάμικος. Η σημαία του κόμματος στο ένα χέρι και το άλλο χέρι να κρατά αυτόν που πριν λίγο είχε γρονθοκοπήσει για να ακουμπήσει τον «εγώ». Ψάχνουν τις κάμερες να «τους τραβήξει» και παίρνουν εκείνο το ύφος του «καβάλα παν στην εκκλησιά καβάλα προσκυνάνε». Στο μισάωρο το γυρίζουν σε ένα εξευτελιστικό ποπ ελληνικό κομμάτι και «σηκώνουν τα χέρια ψηλά για να φθάσουν» δεν ξέρω τι.
Εκεί σταματάει δυστυχώς η λήψη και χάνω πολύ ενδιαφέροντα κομμάτια των νεοελλήνων οπαδών. Θα’ θελα μία κάμερα σε χώρους εργασίας την επόμενη ημέρα. Ειδικά σε δημόσια υπηρεσία όταν οι οπαδοί του «εγώ» ανταμώνουν τους οπαδούς «πρώην εγώ». Την έπαρση στο βλέμμα και τα τσιτάτα: «σας σκίσαμε», «σας φάγαμε», «τώρα θα δείτε πόσα απίδια παίρνει ο σάκος». Αυτά μόνο τα έχω ακούσει αλλά δεν τα έχω σε dvd όπως όλα τα προηγούμενα.
Χρήσιμη η τεχνολογία αυτές τις ημέρες. Μου αποδεικνύει κάθε φορά να μην αμφιβάλω για τα αυταπόδεικτα, ότι δηλαδή ο Δαρβίνος κάπου έκανε λάθος. Ο εγκέφαλος πραγματικά μεγάλωσε ποσοτικά αλλά κατά την εξελεγκτική πορεία μειώθηκε ποιοτικά.

Απολογισμός

Μεγάλωσα αρκετά πια. Είμαι σε αυτή την ηλικία που δεν μπορείς να αλλάξεις πολλά και το να ονειρευτείς, γνωρίζεις καλά, ότι είναι εγκεφαλική συνήθεια ενός αυθόρμητου παλαιού εαυτού. Σε αυτή την ηλικία έχεις σταματήσει να σε ενδιαφέρουν οι προσωπικές αναμνήσεις και ψάχνεις σημαντικότερες που δεν είναι άλλες από τις συλλογικές. Αυτές που συνετέλεσαν να αλλάξουν κάτι προς το καλύτερο σε αυτόν εδώ τον τόπο.
Είναι τραγικό να είσαι μέρος ενός λαού που έχει μείνει στάσιμος, σαν ποτάμι που δεν βρήκε ποτέ θάλασσα παρά έγινε λίμνη και με τον καιρό βάλτος. Μέρος ενός λαού που κλέβει τις αναμνήσεις παλαιότερων γενεών για να δικαιολογήσει τον σημερινό αδικαιολόγητο λόγο ύπαρξής του. Δεν μιλώ για «εθνική υπερηφάνεια» διότι είναι σχήμα οξύμωρο εφόσον η υπερηφάνεια κρίνεται από την πορεία αυτού που την κουβαλά. Η υπερηφάνεια κομματιάστηκε και πουλήθηκε, προσωπικά από τον καθένα μας, σε γκαλερί που εκθέτει τους ατομικούς εξευτελισμούς τού κάθε πλανόδιου «ηγέτη», που ήθελε και θέλει να διαφεντεύει τις αξίες μας. Μιλώ για την συλλογική κατανόηση του τελματώσαμε. Να βάλουμε κάτω τις πλάστιγγες και να ζυγίσουμε τι έχουμε να χάσουμε από την προσωπική μας κληρονομιά για να δώσουμε στην συλλογική, πριν τα σκουλήκια κάνουν πάρτι στα κορμιά μας.
Η πρόταση που ηχεί έντονα στα αφτιά μου, χρόνια τώρα, είναι: «Τι θα κερδίσω εγώ;». Την έχω ακούσει σε καφενεία, σε κομματικά γραφεία, σε διεκδικήσεις, στο super market, στο δρόμο, στα χωράφια, στην δουλειά μου, στην παραλία, στα βουνά, στα χωριά και στις μεγαλουπόλεις. Αντάλλαγμα κέρδους έγινε η αξιοπρέπεια. Κόβουμε επί δεκαετίες τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για την πουλημένη συνείδηση μας, για την εθελοτυφλία μας, για το προσωπικό μας κέρδος. Λες κι αν βγάλεις αναίμακτα αυτόν τον χρόνο δεν θα σε βρει τον επόμενο το «τι θα κερδίσω εγώ;» ενός άλλου δειλού που ήρθε η ώρα να κόψει το δικό του τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών.
Καμιά οικονομική κρίση δεν πρόκειται να χτυπήσει αυτή εδώ την χώρα. Διότι η Ελλάδα δεν έχει λαό, έχει άτομα. Διότι στην Ελλάδα δεν κόβουμε τιμολόγια πώλησης ή αγοράς αλλά παροχής υπηρεσιών. Και από υπηρέτες αυτή η χώρα άλλο τίποτε. Χωρίς κανέναν ενδοιασμό και με μεγάλη σιγουριά βάζουμε τις υπογραφές μας κάτω από το «Τοις μετρητοίς» σα να μην είναι τίποτε το σπουδαίο. Ή μάλλον δεν είναι τίποτε το σπουδαίο. Το όνομά σου δεν έχει καμία βαρύτητα και το ξέρεις. Σήμερα το βάζεις εδώ, αύριο αλλού. Το όνομα ακολουθεί το έργο σου και από έργο πάσχουμε δεκαετίες. Κληρονομούμε σε αυτούς που θα έρθουν υπογραφές και είναι πραγματικά ειρωνικό όταν κάποτε για μία υπογραφή έπαιξαν κάποιοι το κεφάλι τους. Το «Επί πιστώσει» χάθηκε. Την αξιοπρέπεια την πουλάμε με τη μία. Φθηνά και επικινδύνως επιπόλαια. Δεν έχω να νοσταλγώ τίποτε. Ήρθα, μεγάλωσα και θα φύγω μέσα σε έναν γεωγραφικό χώρο και σε μία ιστορική περίοδο που δεν θα αφήσει τίποτε στους επόμενους παρά μόνο στοίβες κομμένα τιμολόγια καμιάς προσφοράς, μόνο παροχής. Μη ανακυκλώσιμα και άκρως ραδιενεργά.

Μας αξίζει…

Έξι «πολιτικοί» και έξι «δημοσιογράφοι». Ερωτήσεις ανώδυνες και κατευθυνόμενες από τα δημοσιογραφικά κέντρα που τις προωθούν. Κονσερβοποιημένες απαντήσεις που δείχνουν ότι πίσω από τα ανθρωπάκια που διψούν για εξουσία βρίσκονται πάντα τα ίδια μυαλά. Καμία έκπληξη, μόνο το μανικιούρ όλων των αρχηγών ήταν από τεχνίτες με ταλέντο.
Ελάχιστες ώρες πριν μπουν στην πασαρέλα για να αναδείξουν τα σιλικονούχα μυαλά τους και τις ανορεκτικές ψυχές τους, στην Ελλάδα που θέλουν να κυβερνήσουν, 1.500 εργάτες των ναυπηγείων μάθαιναν ότι τον άλλο μήνα δεν θα έχουν μεροκάματο γιατί το Κράτος έκανε το θαύμα του για άλλη μία φόρα και δεν τήρησε την συμφωνία με γερμανικό βιομηχανικό κολοσσό θεωρώντας ότι οι Γερμανοί είναι «φίλοι μας». Το βιομηχανικό κέντρο της Ελλάδας που πουλήθηκε επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ ήρθε και κατέρρευσε επί κυβερνήσεων αντίΠΑΣΟΚ, χρεώνοντας τους Έλληνες πρωί-πρωί με 520.000.000 Ευρώ. Περίπου 1,000,000 Έλληνες ασφαλισμένοι (με το ζόρι από ιδιωτικές ασφαλιστικές) μάθαιναν ότι τα χρήματά τους πήγαν περίπατο αφού ασφαλιστικές εταιρείες που ποτέ δεν ελέγχθηκαν από το Κράτος αλλά που ο νόμος του Κράτους ορίζει εσύ να τις εμπιστεύεσαι, έβαλαν λουκέτο, χρεώνοντας αρχές τις εβδομάδας τους Έλληνες με τουλάχιστον 400.000.000 Ευρώ, πέρα από τους άνεργους που αφήνουν αυτές οι εταιρείες πίσω τους αλλά και πέρα από την κατάρρευση των υπολοίπων εταιρειών που αποτελούν το τραστ των ασφαλιστικών στην Ελλάδα.
Το Κράτος βέβαια έπραξε νόμιμα στην περίπτωση Αγούδημου με την κατάσχεση 5 οχηματαγωγών πλοίων που εξυπηρετούσαν τα νησιά της άγονης γραμμής. Ξέρετε υπάρχουν και εκεί Έλληνες πολίτες οι οποίοι επιμένουν να λέγονται Έλληνες. Αυτοί από εδώ και μέχρι να κλείσει συμφωνία η νέα κυβέρνηση με νέο εφοπλιστή ο οποίος πάλι θα χρωστά της Μιχαλούς στο Κράτος διότι δεν θα ελέγχεται μηνιαίως μέσω μιζών στα κυβερνητικά στελέχη αλλά μόνο κατά την περίοδο εκλογών, θα έρχονται στην Ελλάδα κολυμπώντας ή ίσως είναι καλύτερα γι’ αυτούς να κατευθυνθούν προς Τουρκία μεριά για τις άμεσες ανάγκες τους.
Εν ώρα Debate η Ελλάδα καιγόταν κυριολεκτικώς αλλά ούτε μία ερώτηση δεν έγινε από τους δημοσιογράφους του παρακράτους, παρά μας αφορούσε περισσότερο η βίλα Σουφλιά και βέβαια είχαμε άγχος αν η πράσινη ανάπτυξη θα φέρει καινούργιους αγοραστές σε νησιά και σε λόγγους. Ερωτήσεις πυροτεχνήματα για κουκούλες και μολότοφ, απαντήσεις χωρίς ίχνος ρεαλισμού πίσω από σημαίες και σφυροδρέπανα, άγχος αν ο Τρεμόπουλος θα χριστεί «Σκοπιανός» για να τον «παίρνει» περισσότερο η κάμερα, δηλώσεις να ανατριχιάζεις οι οποίες σε θέλουν να ορίζεις την γη σου «ως Ισραηλινός με εχθρούς γείτονες τριγύρω» και αν το πανεπιστημιακό άσυλο αρθεί θα είναι αντιδημοκρατικό λες και αυτοί που βγαίνουν από εκεί μέσα δεν θα χτυπιούνται καθημερινώς από το γκλομπ της κάθε «δημοκρατικής» εξουσίας.
Χωρίς ίχνος μηδενισμού και χωρίς τάση αφορισμού αναρωτιέσαι αν αυτό τελικά που βλέπεις στο τηλεοπτικό γυαλί είναι το καλύτερο που βγάζει η Ελλάδα. Πρέπει να είναι το καλύτερο εφόσον η πλειοψηφία των πολιτών το έχει επιλέξει. Έτσι δεν παραπονιέσαι γιατί πραγματικά έχεις ό,τι αξίζεις, όπως το αξίζεις και για όσο το αξίζεις.

Το δικαίωμα του Σιωπάν

Ξεχύνονται πάλι στους δρόμους ορδές νεοελλήνων με το χρωματιστό σημαιάκι στο ένα χέρι και στο άλλο το κομματικό φυλλάδιο προγραμμάτων. Χιλιάδες κόσμου σε πλατείες και στενά να σιωπούν μπροστά στα «πολιτικά» όντα που αποστηθίζουν κόλλες γραμμένες με θεωρίες τεμπέληδων που τους λένε «εξ απορρήτων». Αρλούμπες χωρίς καμία πολιτική βάση να αιωρούνται στον αέρα και να σκάνε σαν χειροβομβίδες ηλιθιότητας στα στεγνωμένα από όνειρα κεφάλια οπαδών. «Για ένα καλύτερο αύριο…» έτσι τελειώνουν οι λόγοι όλων τους. Λες και διαφημίζουν απορρυπαντικό πλυντηρίου για πλύσιμο στους 30 βαθμούς Κελσίου. Χλιαρό θα είναι το αύριο, όπως το σήμερα, όπως και το χθες.
Χαρούμενος λαός είναι αυτός εδώ εφόσον πνίγεται, καίγεται και όμως κατεβαίνει στους δρόμους με το παιδί στις πλάτες. Το βάζει να κρατά και το σημαιάκι για μία αναμνηστική φωτογραφία ή και ίσως για ένα αποδεικτικό που θα ανεβάσει αύριο την μοριοδότησή του για μία σίγουρη δουλειά. Έξω καρδιά λαός που θέλει να σφίξει το χέρι του κάθε υποψήφιου βουλευτή άσχετα αν στο σχολείο «ο λαπάς έτρωγε πολύ ξύλο». Στεγνά από συναίσθημα ανθρωπάκια που πέρασαν τις εξετάσεις του κόμματος και χρίστηκαν ικανοί εκπρόσωποι ενός λαού που καίγεται, θρηνεί, πνίγεται, οδύρεται, αγανακτεί και τιμωρεί τους φταίχτες διά της ψήφου.
Παραδοσιακός λαός ο νεοελληνικός. Όπως τα βρήκε και όχι όπως θα τα φτιάξει. Κόμματα μπαίνουν στην βουλή, κόμματα θα ψηφίσει. Πιπιλάει την καραμέλα της «δύναμης του λαού» αλλά δημοσκοπήσεις με τους 3.000 ερωτώμενους είναι αυτό που ακούει. Έβαλε άγχος τώρα αυτός ο λαός αν τα κόμματα θα είναι πέντε ή θα είναι έξι στην Βουλή και αναρωτιέσαι αν ήταν μόνο ένα θα άλλαζε τίποτε; Όχι βέβαια, εφόσον το εκλογικό σύστημα είναι φτιαγμένο έτσι που δεν έχει καμία σημασία να γίνονται ψηφοφορίες μέσα στην Βουλή. Το θέμα είναι να υπάρχουν αρκετοί για να ησυχάζει ο λαός ότι έχει τον «δικό» του μέσα. Λες και ο δικός του θα είναι εκεί όταν θα καίγεται, θα πνίγεται, θα θρηνεί. Ο λαός δεν έχει ακόμη καταλάβει ότι ο «δικός» του έχει γίνει «δικός» τους από την ώρα που μπήκε στο ψηφοδέλτιο.
Απίστευτος λαός αυτός εδώ. Δεν πιστεύω ότι η ελπίδα τον κάνει να φέρεται κατά αυτόν τον τρόπο στις προεκλογικές περιόδους. Μοιάζει με άνθρωπο σε κώμα που μόνο κατά το δημοκρατικό δικαίωμα του «εκλέγειν» ξυπνά και κατά το ζωτικό δικαίωμα του «ζειν» σιωπά.