Οι τσιμεντόψυχοι

Η δική μου πόλη όπως και η δική σου φίλε μου, έχει τσιμενταριστεί από τη μιά άκρη μέχρι την άλλη. Δεν μιλάμε βέβαια για το παλιό φρούτο της αντιπαροχής και την αισθητική της, αλλά για κάτι νέο που προέκυψε στη ζωή μας. Οι εργολάβοι με την παρέα τους (κρατούντες) βαρέθηκαν να μοιράζουν ποσοστό στον κάθε πικραμένο που έδινε το πατρικό για εύκολο χρήμα και μετά από ώριμη σκέψη βάλανε στο μάτι τους δημόσιους χώρους. Αμόλησαν λοιπόν την παρέα τους (κρατούντες) και απαξίωσαν κάθε ελεύθερο χώρο σε πόλη ή χωριό. Η εγκατάλειψη των δημόσιων κοινωνικών χώρων ενισχύθηκε τρομάζοντας τους πολίτες, χωρίς φυσικά να κάνουν καμία προσπάθεια υπεράσπισής τους. Χωρίς ίχνος ντροπής μετέτρεψαν σε μπαμπούλες των ελεύθερων χώρων τσιγγάνους, οικονομικούς μετανάστες, πρεζόνια, αναρχικούς (;), κλέφτες και ότι άλλο μπορεί να φοβίσει τον καλό οικογενειάρχη (μη ρατσιστή) που θέλει την ησυχία του. Μετά η υπόθεση ήταν απλή, οι «οραματιστές» παράγοντες της κάθε περιοχής άρχισαν να υπόσχονται αναβάθμιση της πλατείας ή του πάρκου, μετατρέποντας το σε εμπορικό κέντρο ή πάρκινγκ. Για χρήμα δεν το συζητάμε, να είναι καλά τα πακέτα τα ΕΣΠΑ ή όπως αλλιώς τα βαφτίζουν οι τσιμεντόψυχοι. Οι καλοί πράοι (μη ρατσιστές) πολίτες που θέλουν την ησυχία τους ξυπνάνε μια μέρα και αντικρίζουν στη θέση της παλιάς πλατείας ένα υπόγειο πάρκινγκ με πέντε υπέργειους ορόφους. Ένα άχρηστο έργο ασύμφορο οικονομικά για το κοινωνικό σύνολο, αλλά πολύ κερδοφόρο για τους τσιμεντόψυχους. Πάκτωσαν τα πάντα φίλε μου, την ψυχή μας την αισθητική μας, ακόμη και την ίδια μας τη ζωή. Καμία αλλαγή πολιτικής(;) δεν μας σώζει, πρέπει να γίνει αλλαγή υλικού μπας και οι τσιμεντόψυχοι γίνουν ανθρωπόψυχοι.
Advertisements