Ζητείται πατρίς

Αρχίζει να μικραίνει η πατρίδα. Το νιώθουμε κάθε μέρα που περνά. Αφήσαμε να μας δείχνουν οι λιγδιάρηδες της εξουσίας και τα φερέφωνά τους μέσα από εφημερίδες και κανάλια τις μεγάλες καταστροφές αλλά ένα φως δεν έπεσε για να μας δείξει ότι η πραγματική πατρίδα φεύγει στο κάτω μέρος μιας κλεψύδρας που δεν έχει πάτο. Επικεντρώσαμε στο πορτοφόλι και στα υπό αμφισβήτηση σύνορά μας την ανησυχία μας, χάνοντας τα μικρά, αυτά που μας έκαναν να νιώθουμε ότι σε αυτόν τον κόσμο η χώρα του φωτός είναι δική μας.
Πολύ συχνά πιπιλάμε την λέξη φιλότιμο και παλικαριά αλλά κατ’ ουσία τις δύο αυτές έννοιες τις έχουμε βγάλει από το κύτταρό μας μια και καλή. Είμαστε πλέον ένας λαός πλαδαρός, τεμπέλης και ασυνείδητος. Πρέπει να το χωνέψουμε ότι είμαστε πλέον ένας επικίνδυνος λαός. Ένας λαός που αποτελείται από εκατομμύρια άτομα που δεν θέλουν να είναι λαός. Θέλει ο καθένας από μόνος του και ο καθένας για την πάρτη του. Η κοινή συνείδηση και η κοινή δικαιοσύνη δεν έχουν θέση πια σε αυτό το κομμάτι γης. Με την καραμέλα του κατατρεγμένου, του ξενιτεμένου, του εξορισμένου, του καταπιεσμένου, ξεχάσαμε να δημιουργήσουμε κάτι καινούργιο, κάτι που θα είναι η συνέχεια όλων αυτών που άλλοι έκαναν πριν από μας.
Στοχεύσαμε στο μηνιάτικο. Στοχεύσαμε στην απόκτηση προσωπικού πλούτου. Στοχεύσαμε στο Εγώ. Ως μέσο είχαμε τον εγωκεντρισμό μας και μία αλαζονεία μικροαστική. Τα αποκτήσαμε όλα τα παραπάνω, αλλά ένα κλικ στην ιστορία του κόσμου μάς απέδειξε ότι τελικά δεν ήμαστε αλυσίδα αλλά κρίκοι ξέχωροι, ο καθένας ακουμπισμένος εκεί που τον βόλευε. Δεν ενώνεται η αλυσίδα για να σύρει αυτή την χώρα από τον βόθρο που έχει πέσει. Και κανείς άλλος δεν φταίει για αυτό παρά όλοι μας, ως άτομα ο καθείς ξεχωριστά. Αποσπαστήκαμε ο ένας από τον άλλον, σιχαθήκαμε ο ένας τον άλλον και αν δούμε ένα άνοιγμα αντί να ενωθούμε με τον διπλανό θα το χρησιμοποιήσουμε για να εκμεταλλευτούμε τον δικό του χώρο. Να τον κατακτήσουμε.
Δεν αντέγραψε εμάς η εξουσία, εμείς την αντιγράψαμε. Όταν την βλέπαμε να βιάζει και να εξολοθρεύει τα μικρά και ασήμαντα που για γενιές ολόκληρες ήταν πατρίδα, δεν της κόψαμε το κεφάλι παρά αντιγράψαμε τους τρόπους για να εξουσιάσουμε- εμείς οι μικροί δικτάτορες- όλο και περισσότερο χώρο τόσο όσο να νιώθουμε πιο πολύ άτρωτοι, πιο πολύ, στην μοναχικότητά μας, ασφαλείς. Έτσι μικρύναμε εμείς ως άτομα και μετέπειτα ως λαός. Έτσι καταφέραμε να θεωρούμε ότι γίναμε σπουδαίοι αλλά απάτριδες πλέον. Εμείς δεν κυνηγηθήκαμε, δεν ξεριζωθήκαμε, δεν πολεμήσαμε, δεν εξοριστήκαμε. Ως ελεύθεροι και αλαζόνες, ο καθένας μοναχός, καταφέραμε αυτό που δεν κατάφερε κανείς ανθέλληνας που πέρασε από αυτόν τον τόπο. Να φέρουμε τα σύνορα μέχρι εκεί που φθάνει η ανάσα του καθένα μας.