Η φωτογραφία

Ανοίγω το άλμπουμ. 299 φωτογραφίες μαρτυρούν την καταγωγή μου. Πρόγονοι κτηνοτρόφοι, αγρότες, δάσκαλοι, οικοδόμοι, νοικοκυρές, πρόσφυγες, βιοπαλαιστές με μάτια λαμπερά να κοιτούν την κάμερα μη φοβούμενοι ότι θα φανεί στο βλέμμα τους τίποτε άλλο από αυτό που πραγματικά είναι. Καθαροί! Καταγωγή μπερδεμένη, όπως όλων μας άλλωστε.
Φωτογραφία Νο 23 η προγιαγιά σε μια παράγκα με τους γιους της και πίσω ο μπόγος των αναμνήσεων από τον Πόντο να στέκει γυρτός. Φωτογραφία Νο 29 ο παππούς καμαρωτός πριν καταταχθεί στο στρατό. Φωτογραφία Νο 43 η γιαγιά ανάμεσα σε τέσσερις αντάρτες που πίνουν τσίπουρο δίπλα στο τζάκι. Φωτογραφία Νο 40 παλικάρια στο χακί την στιγμή που φεύγουν για τον πόλεμο-όλοι χαιρετούν, όλοι χαμογελούν-. Φωτογραφία Νο 44 η ημέρα που ο παππούς γύρισε από τις γερμανικές φυλακές – το μισό χωριό απουσιάζει από το πλάνο, για να μην χαρακτηριστεί-. Φωτογραφία Νο 46 ο αδελφός του παππού επέστρεψε ζωντανός από στρατόπεδο συγκέντρωσης της Γερμανίας. Φωτογραφία Νο 47 ο πατέρας στην Μακρόνησο με δύο γειτόνους μας. Φωτογραφία Νο 69 η θεία πίσω στο σπίτι μετά από τις διακοπές  στην Γυάρο. Φωτογραφία Νο 78 ο πατέρας στέλνει ευχές για τα Χριστούγεννα από το παράπηγμα που ζούσε σε κάποιο εργοτάξιο στην Λιβύη….
Το πιο βαρύ φορτίο μέσα από αυτό το σπίτι που πρέπει να κουβαλήσω, όταν θα πρέπει να το εγκαταλείψω λόγω ληξιπρόθεσμων λογαριασμών προς το Κράτος, είναι αυτό το άλμπουμ. Είναι αυτό που μαρτυρά ότι είμαι αυτός που είμαι όχι λόγω των πράξεων των προγόνων μου αλλά εξαιτίας της δικής μου απραξίας. Όσο για το σπίτι που στέκει κοντά 90 χρόνια έχοντας βάλει όλες οι γενιές από κάτι, θα το παραδώσω αμαχητί. Δεν έκανα και τίποτε σπουδαίο για την ζωή και για το σύνολο για να μου αξίζει τέτοια περιουσία. 299 φωτογραφίες κιτρινισμένες, φθαρμένες μαρτυρούν ότι αυτοί που έχουν δικαίωμα να ομιλούν, να απαιτούν και να διεκδικούν είναι αυτοί που πάλεψαν. Όχι πάλη για μια καλύτερη ζωή αλλά πάλη για την ζωή. Αυτά τα βλέμματα που μένουν άτρωτα μέσα στο φωτογραφικό χαρτί, ενώ τα ρούχα και το σκηνικό έχει αρχίσει να σβήνει, μού αποδεικνύουν ότι όλα φθείρονται εκτός από τα βλέμματα των ανθρώπων.
Κοιτώ και τα μάτια όλων μας, όποτε μπορώ να βγω έξω από καταφύγιό μου. Γυάλινα σαν του ψαριού όλα τα βλέμματα. Λες και πέρασαν αιώνες μέσα σε 5 χρόνια. Είναι γιατί λέμε πολλά ενώ ξέρουμε ότι και που μιλούμε είναι θράσος. Στα λόγια όλη η γενιά μου όπως και αυτή που ακολουθεί είναι άριστη. Στις πράξεις πάσχει, και όταν ζοριζόμαστε ψάχνουμε να βρούμε έναν πρόγονο να μάς ξελασπώσει συνειδησιακά. Ποτέ άλλοτε τα λόγια δεν είχαν γίνει τόσο φτωχά και τόσο επικίνδυνα όσο σήμερα. Οι μάχες από σωματικές έγιναν λεκτικές. Έχει μετατραπεί η χώρα σε μια τεράστια Βουλή που όλοι μιλάμε και τελικά δεν λέμε τίποτε. Ο λόγος δεν εφεύρεθηκε για να αυτοσυγχωρούμαστε αλλά να εκφράζουμε αυτό που έχουμε μέσα μας με σκοπό το μέσα μας να γίνει πράξη. Μέχρι τώρα αποδεικνύεται ότι πάσχουμε σε πολλά μέσα μας γι’ αυτό και ο λόγος μένει μόνο στον αέρα ή σε λέξεις στο χαρτί.
Δεν είχα προγόνους ήρωες. Απλοί καθημερινοί άνθρωποι ήταν όπως οι πρόγονοι των περισσοτέρων μας. Με τους φόβους, τις αγωνίες, την παγωνιά, την απόγνωση, τις απειλές, το θάνατο, με τα στραβά και τα ανάποδά τους. Σαν εμένα και σαν εσένα. Μόνο που στην εξέλιξη χάθηκε η λεβεντιά. Την αποποιηθήκαμε γιατί νομίζαμε ότι ποτέ σε μας δεν θα συμβεί το αδιανόητο. Εκείνοι ήταν πάντα έτοιμοι γι΄ αυτό. Είτε έχαναν είτε κέρδιζαν θα έπρατταν αυτό που δεν τολμούσε να μπει προς συζήτηση. Την προσβολή και το άδικο χαστούκι, λεκτικό ή υπαρξιακό, δεν κάθεσαι να το συζητήσεις. Το ανταποδίδεις όποιο κι αν είναι το αντίτιμο.
Φωτογραφία Νο300: Εγώ με το άλμπουμ αγκαλιά και σφραγισμένο το στόμα μου με μονωτική ταινία λίγο πριν την αναζήτηση της λεβεντιάς. Ελπίζω το βλέμμα να μείνει αναλλοίωτο έναν αιώνα μετά.

Το άλλο Άκρο

Μην περιμένεις, κυβερνήτα, να βρεις το Άκρο που ψάχνεις ανάμεσα σε κόμματα, παρατάξεις και ιδεολογίες. Όταν τελειώσεις και αυτό το επικοινωνιακό σου παιχνίδι με την “αριστερά” που κάθεται και συνομιλεί ακόμα μαζί σου, θα νιώσεις ποιο είναι το άλλο Άκρο που θέλεις να βρεις αλλά με τίποτε δεν μπορείς να το ταυτοποιήσεις.
 Έπαιξες ωραία το ρόλο σου με τους κομπάρσους του ναζισμού δημιουργώντας πρώτα εσύ το δήθεν Άκρο που κατέστειλες για να μην φανεί ότι το πραγματικό Ναζιστικό Άκρο δεν ήταν κανένας άλλος παρά εσύ, οι εντολείς σου και οι συγκυβερνήτες σου(οι τραβεστί σοσιαλιστές και βέβαια δεν ξεχνάμε και τον τραβεστί αριστερό που μέχρι πριν λίγους μήνες έβαζε υπογραφές υποταγής και παράδοσης με χέρια και με πόδια). Με τις κινήσεις σου φανέρωσες το ένα Άκρο του εμφυλίου που σκάρωσαν οι χρηματοδότες σου και θέλησες να υποστηρίξεις με τόσο πάθος. Το ένα Άκρο, λοιπόν, είστε εσείς. Τώρα ψάχνεις για το άλλο Άκρο και στήνεις ιστορίες ότι θα το βρεις ανάμεσα σε αυτούς που μόνο κουβέντες έμαθαν να κάνουν στην ζωή τους και να συμμετέχουν σε κοινωνικούς αγώνες με πλακάτ στα χέρια. Ψάχνεις μέσα στα πρόβατα να βρεις τον ταύρο που ξέρεις ότι υπάρχει και αυτό σε κάνει να ιδρώνεις. 
Τους αναλώσιμους κομματικούς “αγωνιστές” τους κρατάς σίγουρα με στοιχεία, όπως και το δήθεν Άκρο που δημιούργησες και καταδίκασες μέχρι να το ξαναχρησιμοποιήσεις. Θέλεις να δημιουργήσεις και το άλλο Άκρο, αλλά καταβάθος ξέρεις ότι δεν είναι αυτό που επικοινωνιακά έχεις βάλει ως στόχο. Δε μπορεί να πιστεύεις ότι το άλλο Άκρο είναι τόσο φιλήσυχο και τόσο φιλοδημοκρατικό! Δε μπορεί να θεωρείς ότι το Άκρο που ψάχνεις πηγαίνει σαν νοικοκύρης στις κάλπες και ρίχνει την συνείδησή του σε μία κάλπη σε εποχές Κατοχής! Αλήθεια θεωρείς ότι τόσο φιλειρηνικό εχθρό έχεις;  Εσύ που μέχρι τώρα έχεις στραγγίξει από ζωντανούς τόσο αίμα και ιδρώτα; Τόσο μικρή είναι τελικά η αυτοεκτίμησή σου; 
Σου έχω νέα. Το άλλο Άκρο είμαι εγώ. Δεν έχω κόμμα, δεν έχω σπίτι, δεν έχω όνειρα, δεν έχω πλέον τίποτε που να με δένει συναισθηματικά και υλικά με τίποτε από αυτά που εσύ θεωρείς Κράτος. Επέλεξες την πλευρά του Κράτους, άρα αναγκαστικά επέλεξα τον εχθρό του Κράτους: Την Ελευθερία. Το Κράτος σου το έχεις πια δοσμένο, το έχεις υποθηκευμένο για τα επόμενα 200 χρόνια, το έχεις αποδεκατίσει από το εργατικό του δυναμικό, το έχεις ρημάξει κυριολεκτικά. Εμένα όμως, δεν θα με δεις ούτε με κιάλι. Είμαι ένα κάστρο απροσπέλαστο από στρατούς και όπλα, από νόμους και διαταγές. Είμαι τόσο ακονισμένο Άκρο που ματώνω κάθε βράδυ τα ροζ όνειρά σου. Δεν έχω ένα πρόσωπο, αλλά ούτε μία καρδιά. Είμαι το Άκρο που ακόμα δεν έχει μιλήσει. Και δεν πρόκειται να ακούσεις την φωνή του. Κουβέντες αυτό το Άκρο με δυνάστες και τρομοκράτες της Ελευθερίας δεν κάνει. Πράττει! Μην ψάχνεις για καμία ομάδα που δουλειά δεν έχει να κάνει και στήνει ιστορίες για να σε τρομοκρατήσει σε γιάφκες και υπόγεια αντί μεροκάματου και να γράφει προκηρύξεις σταλμένες σε δημοσιογραφικά γραφεία τα οποία λειτουργούν ως δικά σου Γραφεία Τύπου. Έχει νοημοσύνη αυτό το Άκρο. 
Άκου να σου πω, Δημοκράτορα, την πατρίδα εγώ δεν την έχω για χόμπι. Δεν την φέρνω για κουβέντα μέσα σε καφενεία και κομμωτήρια, δεν είμαι όψιμος υπερασπιστή της. Δεν με πλήρωσε ποτέ, αλλά της απέδωσα όσα μου αναλογούσαν για να την βλέπω Ελεύθερη. Το Κράτος σου όχι μόνο δεν το πληρώνω, αλλά κάθε μέρα γράφω και τους ημερήσιους τόκους που μου χρωστά εδώ και 5 χρόνια αλλά και για όσο θα κρατήσουν οι μπίζνες που στήσατε σε τούτο το κομμάτι γης. Το γινόμενο θα σε τρομάξει: Όσα κάθε μέρα χάνει η Ελευθερία μου βάλτα εις την νιοστή. Και θα μου τα πληρώσεις μέχρι δραχμής. 
Τράβα όσο μπορείς το σχοινί από το δικό σου Άκρο. Όσο το τραβάς τόσο πιο κοντά σου με φέρνεις. Θα νιώσεις την ανάσα της καταπιεσμένης οργής, το χνώτο του άδειου στομάχου, την μυρωδιά του σαπισμένου ονείρου. Και το τραγικό για σένα είναι ότι δεν θα με βλέπεις. Ούτε εγώ με βλέπω πια στον καθρέπτη κάθε πρωί. Βλέπω χιλιάδες μάτια, βλέπω χιλιάδες μορφές, νεκρές, παρούσες και αγέννητες.
Αφού θέλετε να γράψετε την Ιστορία του μέλλοντος ως νικητές θα έπρεπε να γνωρίζετε ότι τα κεφάλαια της κάθε Ιστορίας που γράψατε, τα δημιουργούσαν πάντα τα νικημένα Άκρα. Εκείνα που για δεκαετίες και αιώνες θέλετε να εξαφανίσετε, μα ως ανεπίδεκτοι μαθήσεως ηλίθιοι, πάντα οι ίδιοι τα δημιουργείτε.

Αναθεώρηση Προσωπικού Συντάγματος

Ο πόλεμος δεν ξεκίνησε ποτέ διότι ζούμε την εποχή των μαχών. Των προσωπικών μαχών. Η απότομη αλλαγή της ζωής μας και των συνήθειών μας μάς έκανε καταρχάς να ψάχνουμε να βρούμε τον φταίχτη. Τον βρήκαμε στα πρόσωπα των πολιτικών καρικατούρων που αιώνες κυβερνούσαν ζωές σαν τις δικές μας. Οργιστήκαμε μαζί τους. Η αλήθεια είναι ότι θέλαμε να τους κόψουμε τα λαρύγγια και να κρεμάσουμε τα κουφάρια τους ανάποδα στην πλατεία Συντάγματος. 
Μετά όμως ξαφνικά είδαμε ότι η καθολική οργή άρχισε να διασπάται εντέχνως από το ίδιο το σύστημα σε κόμματα αναχώματα τραβεστί αριστεράς, σε κόμματα παρακρατικά, σε κόμματα νοικοκυραίων δεξιών και σε ανένταχτους που τα δίνουν όλα να γίνουν ένα ποσοστό καλό σε κάθε εκλογική αναμέτρηση με την ελπίδα συμμετοχής σε έναν πολιτικό συνασπισμό. Και εκεί άρχισε να ξεφουσκώνει η οργή για το πολιτικό σύστημα και άρχισε η οργή για τον παλαμακιστή του κάθε κακομοίρη που θέλει να σε κυβερνήσει χωρίς να ξέρει πώς, αλλά δεν τον ενδιαφέρει και πολύ διότι όπως πάντα τον τρόπο διακυβέρνησης θα τον πάρει έτοιμο σε χαρτί από το ανάλογο διεθνές σύστημα που θα τον χρηματοδοτήσει. 
Η οργή πέρασε στο βλέμμα που ρίχνει ο καθένας μας σε εκείνον που δεν έχασε τίποτε το ουσιαστικό και πάνω από όλα έχει κόμμα να υπερασπιστεί. Η οργή έγινε ένα μεγάλο ερωτηματικό για αυτούς που αδίκως έχασαν και χάνουν τα πάντα αν και πάλεψαν σκληρά να τα αποκτήσουν. Δεν είναι και μικρό πράγμα να σε σέρνουν με χειροπέδες για ένα χρέος που σου επέβαλλαν και την ίδια στιγμή ο άεργος τεμπέλης της ζωής να πίνει τον καφέ του παρακολουθώντας την δική σου κατάντια κάνοντας παράπονα για το επίδομα που το θεωρούσε όχι επίδομα αλλά δικαίωμα. Και η οργή βρήκε τον στόχο. Υπεύθυνος για την κατάντια, την ανεργία, την αυτοκτονία είναι ο διπλανός. 
Ποιος όμως δημιούργησε τον διπλανό; Ποιος ήταν αυτός που έδωσε το δικαίωμα να θεωρεί ο κάθε υπάνθρωπος ότι η ζωή του είναι πολυτιμότερη του αποδεδειγμένα ανθρώπου; Ποιος ήταν αυτός που παραχώρησε έδαφος από τα δικά του δικαιώματα ζωής σε συντεχνίες; Το δικαίωμα για όλα αυτά το έδωσες εσύ που κοιτάς από τον 5ο όροφο και αναρωτιέσαι πώς είναι να πέφτεις. Εσύ, που κάθε φορά που βλέπεις σχοινί αναρωτιέσαι πώς είναι να αιωρείσαι. Εσύ, που όταν όλοι φεύγουν από το σπίτι κοιτάς το δίκαννο του παππού και αναρωτιέσαι αν φθάνει το δάκτυλό σου την σκανδάλη όταν θα έχεις την κάνη μέσα στο στόμα σου.Είδε κανείς τις μέρες που ζήσαμε να αυτοκτονούν μαζικά συντεχνίες; Η μοναξιά και η αξιοπρέπεια δεν χωράνε σε συντεχνίες. Και τις συντεχνίες δεν τις νικάς διότι είναι παιδιά του πολιτικού συστήματος που εσύ υπερασπιζόσουν νομίζοντας ότι υπερασπιζόσουν την δημοκρατία. 
Φθάνεις, λοιπόν, στο δια ταύτα. Γιατί να φθάσεις εσύ ως εδώ; Γιατί εσύ φταις. Διότι τώρα που τα έχεις χάσει όλα και μένει μόνο ο εαυτός σου για να οργιστείς πρέπει να τα βάλεις κάτω τα πράγματα και να δεις ότι δεν είναι όλοι οι άνθρωποι φτιαγμένοι για συνάνθρωποι αλλά η πλειοψηφία τους είναι μόνο συναλλασσόμενοι. Το Σύνταγμα Δικαιωμάτων που εσύ όρισες ως ευαγγέλιο στο μυαλό σου πρέπει να το αναθεωρήσεις διότι επέβαλλες νόμους απαράβατους αλλά ξέχασες να θέσεις ως πρώτο άρθρο το εξής: Δικαίωμα δικαιωμάτων έχουν μόνο οι αποδεδειγμένα συνάνθρωποι.Φταις γιατί ποτέ η ευθύνη δεν ήταν ομαδική. Ήταν πάντα ατομική και για τον λόγο αυτό στο εδώλιο του κατηγορουμένου δεν σύρεσαι ως ομάδα αλλά ως άτομο. 
Τώρα που δεν έχεις τίποτε να συναλλάξεις, τίποτε που η μάζα να θεωρεί άξιο εκμετάλλευσης δες την αλλιώς την κατάσταση και σώσε ό,τι αξίζει να σωθεί. Η αναζήτηση δεν θα σε κουράσει καθόλου, διότι αυτός ο κατάλογος δεν είναι μακρύς. Στην λίστα θα βρεις αυτούς που σε τέτοιους καιρούς δεν δίνουν μάχες αλληλεγγύης και φιλανθρωπίας μέσω ομάδων που έχουν συστατικά συντεχνίας. Για αυτούς η κρίση γεννήθηκε την ώρα που γεννήθηκαν κι αυτοί. Θα τους βρεις εκεί που ήταν πάντα και σε καιρούς παχιών αγελάδων να δακρύζουν για ένα δέντρο που αδίκως κόπηκε, για ένα πουλί που ένα χορτάτο παιδί το έκανε στόχο με την σφεντόνα του, για ένα Γιατί που μένει πάντα αναπάντητο. 
Εκεί στέκουν με το στόμα σφιγμένο αυτοί που δεν χώρεσαν ποτέ σε κόμμα, σε συντεχνία, σε ομάδα συμφερόντων. Σαν παιδιά μια ολόκληρη ζωή έχουν τα μάτια χαμηλά για την τιμωρία που τους ορίστηκε και που δεν τους άξιζε. Θα τους δεις να κόβουν το καρβέλι της αξιοπρέπειας σε λειψές φέτες γνωρίζοντας ότι σε έναν πόλεμο με τον εχθρό πρέπει να έχεις νικήσει τον εαυτό σου με χορτασμένη ψυχή.

Σε πορεία θανάτου

Τώρα ούτε να τρέξεις, ούτε να κρυφτείς δε μπορείς. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της ήσυχης αποδοχής σου για όλα τα μέτρα που σου επέβαλλαν. Σού πήραν όλα τα όπλα ενώ τα είχες στα χέρια σου. Τα παρέδωσες εσύ εις το όνομα της ειρήνης και της νοικοκυροσύνης. Να μην τρέξει σταγόνα αίμα αλλά ας χυθούν εκατομμύρια δάκρυα. Τα δάκρυα δεν πονάνε…έτσι νόμιζες. Τώρα ξεκινάει το πανηγύρι, ήσυχε συμπολίτη μου. Οι κακές Κασσάνδρες δεν ήταν για τα γούστα σου γιατί σου χαλούσαν την καθημερινότητά σου, τις κανονισμένες διακοπές σου, τις απλωτές και τις ξαπλωτές σου, το σίγουρο μέλλον σου.
Άκου λοιπόν, τι θα έχει ήδη γίνει την ώρα που εσύ θα ξυπνήσεις από τον λήθαργό σου. Το σπίτι σου είτε το χρωστάς είτε όχι, ανήκει πλέον αλλού. Αν το χρωστάς δε σε κάποια τράπεζα τότε θα πληρώνεις δύο δόσεις ανά μήνα: Μία στην τράπεζα, μία στο κράτος. Και βέβαια θα σε αφήνουν να ζεις σε αυτό μέχρι την στιγμή που θα το χρειαστούν και θα σου κάνουν έξωση με το έτσι γουστάρω ή με μία απόφαση δικαστηρίου που θα ορίζει την έξωση συνταγματική.
Αν αρρωστήσεις μία ασπιρίνη θα σου είναι αρκετή, κι αυτή αγνώστου κατασκευής και συστατικών. Εκτός αν ανήκεις στην πάνω τάξη όπου με τον παρά σου θα έχεις όλα τα κομφόρ. Ασθενείς δύο ταχυτήτων αφού πάλευες χρόνια για την Ευρώπη της μία ταχύτητας. Η λίστα του εκάστοτε ευρωτσολιά υπουργού θα ορίζει για το τι εξετάσεις θα χρειάζεσαι και όχι το είδος ή η πορεία της ασθένειάς σου. Το κορμί σου έτσι κι αλλιώς ανήκει κι αυτό στην περιουσία του παρακράτους αφού εκ γενετής είσαι πλέον αναγκαστικός δότης οργάνων και δε μπα να στείλεις εσύ χιλιάδες αιτήσεις άρνησης προς τον αρμόδιο Οργανισμό (είναι τελικά αρμόδιος αυτός ο Οργανισμός;). Ανάλογα με τις ανάγκες των ιατρικών εταιρειών θα είσαι κλινικά νεκρός ή όχι. Βέβαια με τον ιατρικό τουρισμό που σου ετοιμάζουν μπορείς άνετα να δίνεις ένα νεφρό ή ένα ωάριο σε μία πλούσια γριά τουρίστρια για μία χούφτα ευρώ.
Ο μισθός, που τώρα τον θεωρείς μικρό – αν τον έχεις ακόμα- , θα καθορίζεται σύμφωνα με την οικονομική πορεία και τις ανάγκες της χώρας. Να θυμάσαι ότι από εδώ και στο εξής οι ανάγκες της χώρας θα είναι πάντα μεγάλες (ακόμα και αν δεν είναι) γιατί όσο πέφτει το μεροκάματό σου τόσο εγχώριοι και εισαγόμενοι “επενδυτές” θα βρίσκουν φθηνά χέρια, οι δείκτες ανεργίας θα πέφτουν και όλοι θα είναι χαρούμενοι ακόμα κι εσύ που θα εργάζεσαι για 200 (το πολύ) ευρώ το μήνα φθάνει να μην είσαι άνεργος. Αν εξαντληθείς δε από το 12ωρο σε βάζουν σε μία κλινική και γίνεσαι ξαφνικά “κλινικά νεκρός”. Και η οικογένεια σου δεν θα δει ένα ευρώ από την ασφάλεια και οι ιατρικές εταιρείες θα κονομήσουν από τα συκωτοπνεύνονά σου.
Τα ασφαλιστικά ταμεία δεν θα υπάρχουν πια. Θα ορίζουν οι εταιρείες στις οποίες θα εργάζεσαι για τον ποιο ιδιωτικό ασφαλιστικό φορέα θα έχουν για όλους τους εργαζόμενους. Αυτό σημαίνει ότι πρώτα θα ασφαλίζεται ο εργοδότης για την αρρώστια σου ή το εργατικό «ατύχημά» σου και μετά εσύ. Αν πεθάνεις κιόλας καλύτερα, θα κονομήσουν τόσα όσα δεν θα τους έδινε η εργασία σου ακόμα και αν ζούσες 500 χρόνια.
Είχες στο πίσω μέρος του μυαλό σου ότι αν δεν θα τα καταφέρεις στην πόλη, θα μετακομίσεις στο χωριό, στο πατρικό και θα είσαι άνετος. Πριν κάνεις αυτό πάρε τις λίστες για το πού θα γίνουν στο μέλλον αναπτυξιακά έργα ιδιωτικών συμφερόντων όπως η El Dorando. Για το δημόσιο συμφέρον το παρακράτος έχει βάση νόμου το δικαίωμα να βάζει σε ισχύ αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ της οποιαδήποτε ιδιωτικής επένδυσης. Αυτός είναι βάση νόμου ο επιφανειούχος που δεν θα τον κουνάει κανένας εις τον καιρό τον άπαντα. Μαζί με το χωράφι, θα σου πάρουν το πατρικό σπίτι και σε μία βραδιά εκεί που ήταν το χωριό σου ξαφνικά θα δεις μία απέραντη έρημο. Και πονηρούλη, μην σκεφθείς ότι θα τα κονομήσεις από την απαλλοτρίωση διότι από 1 έως 3 ευρώ το πολύ το τετραγωνικό θα είναι η ανταμοιβή σου, κι αυτή αν τα οικονομικά του κράτους τυχαία δεν είναι σε ύφεση. Οι υπόλοιποι που τα χωριά τους δεν θα βγουν σε πλειστηριασμό μην νομίζουν ότι θα φυτέψουν την πατάτα για να ζήσουν γιατί τα μαντάτα έρχονται γρήγορα και λένε ότι με την αμερικανο-ευρωπαϊκή συμφωνία γεωργικών προϊόντων, θα μπαίνεις μέχρι και φυλακή για το ελεύθερο φύτεμα πατάτας όπως μπαίνει σήμερα κάποιος για το φύτεμα ινδικής κάνναβις. Διότι ο σπόρος, το χώμα και η ανάπτυξη του φυτού είναι προϊόν. Και μην ξεχνάς ότι ο σπόρος θέλει νερό για να ανθίσει.
Όσο μπορείς ακόμα, κάνε άφθονα λουτρά, πιες πολύ νερό, πλύνε ό,τι δεν έπλυνες διότι είναι θέμα μηνών να πεις το νερό νεράκι. Το καταλληλότερο νερό της Ευρώπης έχει η Ελλάδα, λες να μην το ξέρουν οι εταίροι σου; Αυτό το δεδομένο αγαθό σε πολύ λίγο θα είναι προϊόν. Νόμιζες ότι τζάμπα έδιναν εδώ και 15 χρόνια πιστοποιήσεις πηγών και πήγαινε ο καθένας να κάνει εμφιαλωτήριο; Νομίζεις ότι για οικολογικούς λόγους άρχισαν οι χαρτογραφήσεις πηγών, ποταμών ακόμα και αγροτικών αποταμιευτήρων νερού ανά την επικράτεια με διαταγή της Ε.Ε; Νομίζεις ότι οι εναπομείνασες εταιρείες εμφιάλωσης θα μείνουν σε ελληνικά χέρια; Θα αλλάξουν χέρια και μαζί με αυτές όλες οι δημοτικές επιχειρήσεις (που καθόλου τυχαία δεν είναι επιχειρήσεις ανεξάρτητου προϋπολογισμού από τους Δήμους από τότε που δημιουργήθηκαν) θα πουληθούν γιατί τα οικονομικά των Καλλικρατικών Δήμων και πάλι εντελώς τυχαία θα είναι σε ύφεση.
Όσο για την “Πράσινη Ανάπτυξη”, όσοι τσιμπήσατε στο παραμύθι, αρχίσατε να νιώθετε ήδη στο πετσί σας τι σημαίνει “δουλεύει ο ήλιος για μένα”. Μαζί με το φωτοβολταϊκό που φύτεψες χαιρέτα το χωράφι και το σπίτι που έβαλες υποθήκη για το πράσινο δάνειο. Σε έναν άντε σε δύο θα καταλήξουν και τα χωράφια και ο ήλιος. Μα ήταν δυνατόν να νομίζεις ότι θα άφηναν γη και ήλιο σε έναν κακομοίρη χρεωμένο όπως εσύ; Για να μην θεωρείς ότι θα πας στο νησί και θα ψαρεύεις την τροφή σου τώρα με την “Γαλάζια Ανάπτυξη” μπορεί να φαντάζει επιστημονική φαντασία αλλά ακόμα και τον γαύρο που δεν τον είχες σε εκτίμηση θα τον βλέπεις πλέον στα όνειρά σου.
Για το τι είναι αυτή την στιγμή η Ελλάδα φαίνεται από το νόμο που ξένες επιχειρήσεις που θα δραστηριοποιούνται στην χώρα θα έχουν φοροαπαλλαγές αλλά και φορολογικά κίνητρα. Μόνο οι νόμιμοι πολίτες της οποιαδήποτε χώρας έχουν αυτά τα προνόμια, άρα εσύ που θα σταθείς για έλεγχο μπροστά στον εφοριακό ο οποίος θα σε απειλεί με δήμευση περιουσίας και φυλάκιση θα έχει απέναντι του έναν παράνομο και παρείσακτο κάτοικο αυτής της χώρας που θες να το καταλάβεις είτε όχι αυτός είσαι εσύ, Έλληνά μου. 
Είναι κι άλλα, πολλά, αμέτρητα που είτε είναι σε ενέργεια την ώρα που εσύ αγανακτείς με το «μαύρο της ΕΡΤ» ή για την απόλυση 100,000 δημοσίων υπαλλήλων που λείαν συντόμως θα γίνουν 450,000, είτε έχουν μπει σε λειτουργία και εσύ δεν παίρνεις μυρωδιά. Η φίμωση της δήθεν ελευθερίας και η αγανάκτηση για το χαμένο σίγουρο μεροκάματο πουλάνε. Εγκλωβίζουν το οπτικό σου πεδίο εκεί ακριβώς που θέλουν. Δεν θα πάρεις μυρωδιά για το τι σου έχουν έτοιμο το επόμενο πρωί του τελευταίου σου ήσυχου ύπνου.
Δεν ήταν η Ελλάδα η πρώτη χώρα που έγινε υποτελής σε δάνεια. Είναι όμως η πρώτη χώρα παγκοσμίως που δεν έχει χάσει απλά την εθνική της κυριαρχία αλλά την ελευθερία σωματική και συναισθηματική των πολιτών της υπό δημοκρατικού καθεστώτος. Έπαιξαν πάρα πολύ έξυπνα οι αντίπαλοι γνωρίζοντας καλά ότι αυτόν τον λαό δεν του κάνεις κατά μέτωπο επίθεση αλλά τον διασπάς χρόνια πριν σε συναισθηματικούς μαλάκες και υλιστές λαμόγια και του γκρεμίζεις σιγά-σιγά και σταθερά όλα τα γεφύρια. Δημιούργησαν μία τεράστια φάκα στην οποία πέσαμε όλοι ανεξαιρέτως κοιτώντας ο καθένας μας ό,τι θεωρούσε ιερό. Άλλος τις αξίες και άλλος τον κώλο του.  Συμπολίτευση και «συμπολιτευομένη αντιπολίτευση» ήταν τα όπλα των αιωνίων εχθρών σου, των γνωστών και ανελέητων “Φιλελλήνων”. Σιγά μην άλλαζαν την συνταγή για το τελευταίο τους χτύπημα μετά από 200 χρόνια επιτυχημένης παρουσίας στον χώρο. Μηδενίζουμε και πάμε από την αρχή. Το επόμενο στάδιο των διεθνών κοτζαμπάσηδων είναι εν δράσει. Και μην περιμένεις κανέναν Μαρίνο Αντύπα να σε ξυπνήσει. Το κόμμα του Αντύπα ήταν η Ελλάδα, όχι ως έννοια άυλη αλλά ως άνθρωποι που αποτελούσαν την έννοια , ενώ το δικό σου κόμμα….άσε να μην το πω.

Δολοφόνοι Ποιητών και Ηρώων

Κάθε μέρα που περνά σε αυτή την ήττα που ζούμε δεν είναι η ίδια η ήττα που πονά αλλά ότι ξεμακραίνουν όλα. Λες και δεν μπήκαμε εμείς σε καράβι αλλά ό,τι μάς έδενε με αυτό το κομμάτι γης έλυσε τους κάβους και μάς άφησε πίσω. Στην κουπαστή χωρίς να μάς κουνάνε μαντήλι οι Ποιητές και οι Ήρωες μας κοιτάζουν κατάματα με το βλέμμα του προδωμένου που δεν καθρεπτίζει τίποτε άλλο μέσα του παρά μόνο απογοήτευση. Λες και μέσα στους αιώνες πόνταραν σε μας για την Αθανασία τους αλλά αποδειχθήκαμε τα πιο κουτσά άλογα του ιπποδρόμου της Ιστορίας. Κι όμως εμείς στις παρελάσεις καμαρωτά καλπάζαμε στις επετείους μνήμης Ποιητών και Ηρώων! 
Μένουμε πίσω με τα πόδια μας τσιμεντωμένα στο λιμάνι ξεγυμνωμένοι πλήρως από τον οπλισμό που μάς έκανε μέχρι πρότινος άτρωτους. Δεν είσαι τίποτε χωρίς την πανοπλία που σου έδωσαν να φοράς όσοι έκαναν την χώρα αυτή στίχους και χρώματα, αίμα και αγώνες. Ένα δίποδο όπως εκατομμύρια άλλα στον πλανήτη είσαι χωρίς την ασπίδα της ταυτότητας σου. Αλλά ας τα πούμε όλα τώρα μιας και τα έχουμε χάσει όλα. Δεν την γούσταρες την ταυτότητά σου. Ποτέ δε σου άρεσε ο “βαλκανοχωριάτικος” πολιτισμός και ήθελες να παίρνεις αέρα ευρωπαϊκό από φιλολογικά στέκια αριστερών και τεμπέληδων φαφλατάδων. Δεν γούσταρες τον Ελύτη και τον Ρίτσο, τα λόγια τους αποσπασματικά γούσταρες να τα βάζεις σε γιορτές για λίγους ανάμεσα σε χαβιάρι και μπρικ ή το πολύ-πολύ για να πείσεις καμιά γκόμενα ότι είσαι “διαβασμένος”. 
Δεν τον γούσταρες τον άπλυτο πολεμιστή, τον άυπνο και ξυπόλητο που από τη φύση του κατανοούσε ότι η κατάφαση στην δουλικότητα είναι η μετάλλαξή του σε ζωντανό νεκρό. Τον ανέφερες σε ομιλίες “επαναστατικές”, τον έκανες πανό, βιβλίο και παράδειγμα στους γελοίους πολιτικούς λόγους, αλλά με τίποτε δεν θα ήθελες να είσαι δίπλα του για ένα λεπτό. Το αίμα, η απλυσιά, ο ιδρώτας και η αγωνία του θανάτου θα σου “γύριζαν” το ευαίσθητο στομάχι σου. Η στιγμή του ηρωισμού μυρίζει άνθρωπο. Το «Ελλάς ευγνωμωνούσα» είναι ένα μπρούτζινο καρφί που στεριώνει την καρδιά. Πρέπει να έχεις καρδιά για να σου αξίζει αυτό το καρφί. 
Δεν είναι η ήττα που πονά, είναι ότι μείναμε πίσω μόνοι χωρίς το φως του Αγγελόπουλου και χωρίς τους “ήρωες που περπατούν στα σκοτεινά” του Σεφέρη. Δεν υπάρχει πια η μουσική του Χατζιδάκι να “ντύσει” το Χάρτινο Εγώ μας. Μείναμε πίσω ορφανοί. Και είναι πραγματικά μακάριοι οι τόσοι ηλίθιοι που ακόμα δεν έχουν καταλάβει τι έχει συμβεί. Τρέχουν ακόμα κάτω από μπαλκόνια να ακούσουν υποσχέσεις μιας καλύτερης ζωής χωρίς να μπορούν να κατανοήσουν ότι η καλύτερη ζωή είναι φαγητό πλαστικό, αναπαραγωγή  του είδους άνευ συνειδήσεως και θάνατος μέσα σε κάτουρα και σκατά χωρίς τους Ποιητές και τους Ήρωες.
 Όσο για εκείνον τον Μπρεχτ που είπε το χιλιοαντιγραμένο σε άρθρα και φιλολογικές βραδιές “αλίμονο στην χώρα που έχει ανάγκη από ήρωες”, πέθανε χωρίς να δώσει την απάντηση για του τι θα ήταν ο ποιητής αν δεν είχε ως έμπνευση τους ήρωες. Δυστυχώς για αυτόν δεν ζει για να δει πώς είναι μια χώρα που δεν έχει ανάγκη ήρωες και κατ’ επέκταση ξέμεινε από ποιητές. Να κοίταζε εμάς εδώ κοκαλωμένους στο λιμάνι καταδικασμένους να πορευτούμε μέχρι το τέλος χωρίς Ποιητές και Ήρωες. Μονάχα με την σιγουριά του ότι αλίμονο στην χώρα που δεν έχει ανάγκη την Ταυτότητά της. 
Άντε τώρα να σταθούμε και πάλι στην ουρά με το χαρτάκι στο χέρι να πληρώσουμε το ενοίκιο στέγασής μας μη και μάς τιμωρήσουν οι νοικοκυραίοι που έπεισαν τον όχλο ότι ζωή και πατρίδα είναι πρόσθεση και αφαίρεση. Άντε να κάνουμε τους διακανονισμούς μας με τα γκρίζα ανθρωπάρια των δημοσίων κατοχικών υπηρεσιών. Να απειλήσουμε, να οργιστούμε, να παρακαλέσουμε μη και χάσουμε κανέναν πόντο από τους τούβλινους τοίχους των σπιτιών μας. Άντε να ζήσουμε όσο μάς μένει γιατί δεν έχει μετά. Το μετά μπήκε στο μπαούλο της Ιστορίας και τοποθετήθηκε στην κουπαστή. Κάθονται πάνω του ο νηστικός στρατιώτης και ο τρελός ποιητής κοιτάζοντας εμάς τους δειλούς και μοιραίους να παίρνουμε τις τελευταίες μας ανάσες αμέριμνοι πριν το λιμάνι που πάνω του στεκόμαστε αρχίσει να βυθίζεται. Πριν το δικό μας Μηδέν σύρει μαζί του και την δικιά τους Αθανασία στον πάτο.

Ανεξόφλητος

Όσο κι αν θέλεις να βρεις μία στάλα ελπίδας μέσα στον σωρό με τα σκατά που έχουμε πέσει, ξέρεις ότι είναι ανώφελο. Στα ψιλά γράμματα των εφημερίδων οι ζωές και οι θάνατοί μας. Δεν αφορούν κανέναν. Ο Ζορμπάς εκτελέστηκε και το κηδειόχαρτό του καρφώθηκε στις κολώνες της ΔΕΗ.  Στεκόμαστε σαν χαμένοι μπροστά στην ανακοίνωση θανάτου και κάθε μέρα βλέπουμε ότι η κηδεία αλλάζει ημερομηνίες. Κάθε μέρα και μία καινούργια.
Έχουμε  ξεχάσει  τα  ονόματα των  φίλων. Έχουν όλα εκτοπιστεί από ονόματα υπουργών, πρωθυπουργών, βουλευτών και άλλων αλητήριων. Μάθαμε ευρωπαϊκές γλώσσες τόσο γρήγορα μέσα από τα ονόματα βαρβάρων που σουλατσάρουν με παχιά γράμματα σε τίτλους ειδήσεων. Μπλέκεται η γλώσσα μας από το συνονθύλευμα συμφώνων στις λέξεις τους και εμείς εκεί να επιμένουμε να τα προφέρουμε σαν να κουβαλάμε μέσα στο στόμα μας χαλίκια.
Έχουμε να ακουμπήσουμε βιβλίο μήνες ολόκληρους. Έχουν αλληθωρίσει τα μάτια μας διαβάζοντας νόμους παρανόμους που χαρακτηρίζουν την ζωή μας σαν δημόσια περιουσία προς εκποίηση. Κλείστηκε η ζωή μας στο γραμματοκιβώτιο της εξώπορτας. Η αξία της αναπνοής μας σε φακέλους λογαριασμών με ημερομηνία λήξεως λίγων ημερών.  Ακούμε μέσα στο μυαλό μας «την Δευτέρα ξοφλάς», «την Τρίτη διαμαρτύρεσαι», «την Τετάρτη κατάσχεσαι», «την Πέμπτη φυλακίζεσαι», «την Παρασκευή απολογείσαι» και μένει μόνο το Σαββατοκύριακο να χτυπάς από τοίχο σε τοίχο μέσα στο σπίτι-κλουβί για να περιμένεις τις επόμενες αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου των μεγαλύτερων εγκληματιών που έχει γεννήσει ποτέ ο πλανήτης.
Ανεβαίνεις στα βουνά, βουτάς στην θάλασσα, περπατάς στις πεδιάδες και κάθε βόλτα είναι σαν αποχαιρετισμός. Και να πάρει ο διάολος δεν χωράνε όλα αυτά σε μια τελευταία αγκαλιά. Κατάντησες σαν τουρίστας να τραβάς φωτογραφίες από τις τελευταίες στιγμές στο ταξίδι Ελευθερίας σου στην χώρα που σε γέννησε: «Εγώ δίπλα στο τελευταίο ακρογιάλι λίγο πριν πουληθεί», «Εγώ μέσα στο δάσος πριν εκχερσωθεί», «Εγώ δίπλα στην τελευταία πηγή πριν ιδιωτικοποιηθεί», «Εγώ δίπλα στην Ελένη πριν αυτοκτονήσει»…. Το άλμπουμ δεν θα χωρέσει όλα τα αποχαιρετιστήρια κλικ στο τελευταίο ταξίδι στην πατρίδα.
Ο μόνος δίκαιος λογαριασμός που είχαμε ήταν αυτός απέναντι στην πατρίδα. Γράψε: «Ανεξόφλητος».

Τα παιδιά της γωνίας

Να χαίρεσαι που δεν σε λογαριάζουν γιατί αν κατάφερες αυτό, τότε έχεις κερδίσει τον μισό πόλεμο ενάντια στα ξένα και εντόπια καθίκια. Αν κατάφερες να κρατήσεις τις υπομονές σου μετατρέποντας τες σε λογική, τότε να είσαι σίγουρος ότι αρχίζεις από μονάδα να γίνεσαι ο επικίνδυνος άνθρωπος της γωνίας. Αυτός που και σε ειρηνικές αλλά και εμπόλεμες καταστάσεις έδινε την μια τον ιδρώτα του και την άλλη το αίμα του, κι όταν ολοκλήρωνε αυτό που το κοινωνικό και ανθρωπιστικό καθήκον τού όριζε, αποτραβιόταν και πάλι στη γνωστή γωνία. 
Αυτή η γωνία που σε κάνει να βλέπεις τον κόσμο από κάτοψη, που σε κάνει παρατηρητικό όχι εξαιτίας του φόβου μη σε βρουν αλλά λόγω της επιλογής σου να μένεις αόρατος γιατί σε στενεύουν οι τεράστιοι ρυπαροί πολυσύχναστοι χώροι. Γιατί το ξέρεις πολύ καλά ότι το να πάρεις θέση σε ένα παιχνίδι που παίζεται από αόρατους είναι σαν να χτυπάς με το σπαθί μόνο αέρα, αλλά και  ότι να συνδιαλέγεσαι με πιόνια που νομίζουν ότι ορίζουν καταστάσεις προσβάλει την νοημοσύνη σου μετατρέποντάς σε σε συνένοχο των εγκλημάτων. Από την γωνία βγήκαν όλοι αυτοί που θαυμάζεις και αν δεν κατέληξαν νεκροί από δική τους επιλογή και όχι από υπεροχή του αντιπάλου, τότε σε μια γωνία πέθαναν χορτάτοι από συνείδηση. 
Η γωνία είναι το καλύτερο σημείο του πλανήτη αν θέλεις να έχεις ολοκληρωμένη όραση αλλά και τα νώτα σου φυλαγμένα. Να φοβάσαι αυτούς που βγαίνουν σε ευθεία παράταξη σε ανοιχτούς δρόμους με τάχα ανυπεράσπιστα τα στήθια τους. Να φοβάσαι και όλους αυτούς που σε σπρώχνουν να βγεις στο φως διεκδικώντας τα καταπατημένα δικαιώματά σου. Για ασπίδα σε έχουν. Σε βγάζουν από την ασφαλή σου γωνία και γίνεσαι τρωτός αφού μεταβάλλεσαι σε όχλο. Από την στιγμή που σε γνωρίζουν είναι πολύ εύκολο για αυτούς να σε κάνουν αναλώσιμο. Κανείς από τους εξουσιαστές ποτέ δεν φοβήθηκε αυτό που βλέπει. Φοβόταν την σκιά και την σιωπή. Φοβόταν αυτό που δε μπορεί να το εντάξει σε κοινωνικό φαινόμενο, φοβόταν πάντα το άτομο και όχι τις ομάδες. Ο τακτικός πόλεμος είναι για μεγάλα υποταγμένα στην εξουσία στρατεύματα και όχι για μικρούς και ασήμαντους εχθρούς, όπως είναι όλοι οι άνθρωποι που μπορούν να χωρέσουν την ελευθερία τους σε μισό τετραγωνικό.
Αναρωτιόμαστε τι κάνει αυτός ο λαός και όλοι οι υπόλοιποι λαοί που είναι ήδη στα κρεματόρια χωρίς καν να πάρουν το τρένο. Γιατί ανέχονται αδιαμαρτύρητα αυτόν τον αιμοσταγή ειρηνικό πόλεμο; Είναι όλοι τους βολεμένοι, μισθωμένα δημοσιοϋπαλληλάκια, καβαντζωμένοι από λαμογιές, ωχαδερφιστές, δειλοί, απάτριδες; Η πλειοψηφία είναι, αλλά όχι το σύνολο. Διότι βλέπουμε όλους αυτούς να βγαίνουν στο φως, να μιλάνε, να γλεντάνε, να κάνουν επαναστάσεις δια προφορικού και γραπτού λόγου, αλλά δεν βλέπουμε εκείνους που είναι στην γωνία. Ουδείς γνωρίζει τον αριθμό τους αλλά σίγουρα είναι τόσοι όσοι ήταν πάντα: Ελάχιστοι. Και όπως απέδειξε και η επίσημη ιστορία -η γραμμένη από τους νικητές-, ήταν αυτοί που άλλαζαν την έκβαση των καταστάσεων όταν ερχόταν η ώρα να βγουν από την γωνία τους γνωρίζοντας καλά τον εχθρό μετά από τόσα χρόνια ήσυχης παρατήρησής του. Έδιναν τη μάχη όχι σε κοινωνικό επίπεδο, όπως η αντιπολιτευτική εξουσία θέλει να την κάνεις, αλλά σε προσωπικό. Ο πόλεμος για το Δίκαιο είναι προσωπική και όχι κοινωνική υπόθεση. Όσο τραβούν το σχοινί χωρίς καμία αντίσταση κατακτητές και ευρωλάγνοι, τόσο ο πόλεμος γίνεται προσωπικός,  δηλαδή ανελέητος. Πάντα ο πόλεμος για τους ανθρώπους της γωνίας ήταν προσωπικός. Από την εποχή της ειρήνης, μέχρι την εποχή του πολέμου, μέχρι την εποχή των εξοριών, μέχρι την εποχή της δημοκρατίας, μέχρι την εποχή του τραβεστί σοσιαλισμού, μέχρι και σήμερα στην παγκοσμιοποιημένη εποχή. Η γωνία ήταν πάντα γωνία. Με το ένα ποδί ψηλά ως τιμώρια στην αρχή, μέτα αγκαλιά με την μοναξιά ως επιλογή ζωής και τέλος ως τελευταία έξοδος για την αθανασία «όταν η ιστορία τους καλούσε». 
Ο εχθρός πράττει ό,τι θέλει όχι γιατί έχει την δύναμη να το κάνει, αλλά γιατί ακόμα οι σιωπηλοί, αόρατοι, μικροί, μοναχικοί, ξέρουν ότι ο εχθρός δεν έχει δείξει όλα του τα όπλα. Έχει κι άλλο η ιστορία που ξεκινήσαμε να ζούμε. Ακόμα δεν έχουμε πάρει καν την γεύση από το όπλο του εχθρού. Οι τσέπες πονάνε τώρα, ο πόνος δεν έφθασε ακόμη στην ψυχή και στο κορμί. Όταν θα ολοκληρώσει τον εκφοβισμό του, όταν ήσυχος θα απλώσει μπροστά όλα του τα όπλα και θα σου τα δείχνει, τότε οι γωνίες θα δείξουν τι έκρυβαν για χρόνια μέσα τους. Σε ένα μη καθορισμένο αλλά μοιραίο ραντεβού θα ανταμωθούν και πάλι οι σιωπηλοί της ζωής βγαίνοντας από τις γωνίες τους. Αυτές οι τούβλινες μήτρες ταΐζουν τα παιδιά τους με Μνήμη και τα γεννούν με έναν πόνο γνωρίζοντας τι σημαίνει η ευχή: Καλή Λευτεριά.