Η γραμμή τραβήχτηκε
Αρκετά με τις πολιτισμένες κουβέντες. Τελικά για να καταλάβουν όλα αυτά τα σκουλήκια που κατοικοεδρεύουν στην πατρίδα των λίγων Ελλήνων πρέπει να χρησιμοποιηθούν τα χέρια μας και εφόσον τα χέρια μας έμειναν ορφανά από κασμά, από σφυρί , από ο,τιδήποτε θα έκανε αυτή την χώρα να μπορεί να σηκωθεί όρθια με καθαρή παραγωγή και δημιουργία, είναι καιρός να χρησιμοποιηθούν για την δεύτερη χρήση που τους δόθηκαν από την Φύση: Την βία εναντίον όσων περνούν την διαχωριστική γραμμή της ατομικής αξιοπρέπειας, της ατομικής επιβίωσης αλλά και της προσωπικής δικαιοσύνης.Το αλάνθαστο φίλτρο ήταν αυτή η οικονομική πτώχευση της χώρας. Με μία χωρίστηκαν τα ξερά από τα χλωρά. Μέσα σε λίγους μήνες, με αποκορύφωμα τις τελευταίες ημέρες, είδαμε όλοι τι λαός είναι οι Νεοέλληνες. Έχουν μεταλλαχθεί τόσο από τον πασοκικό ιό που το μόνο που έχει αξία για αυτούς είναι η τσέπη τους και το τι θα χάσουν σε ατομικό επίπεδο. Είναι μπασμένοι σε μία δεκάδα κόμματα που ανήκουν καθαρά στο σύστημα και κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Δεν υπάρχει ουδεμία εξαίρεση. Όλα στο κόλπο και οι ψηφοφόροι να ρίχνουν νερό στο μύλο του συστήματος κρυμμένοι πίσω από δήθεν ιδεολογίες και εξεγέρσεις για γέλια. Τα μεν να κάνουν κολιγιά με τους κατακτητές, τα δε να κάνουν αντίσταση ζητώντας θρασύτατα εκλογές βασισμένες σε ένα πολιτικό και εκλογικό σύστημα που θα φέρει τα πράγματα σε χειρότερη κατάσταση από ό,τι είναι σήμερα, απλά για να μπουν κι άλλοι προδότες στο παιχνίδι του ξεπουλήματος. Σε χειρότερη κατάσταση από σήμερα διότι θα έχει γίνει και η αποσυμπίεση της οργής ακόμα και των εκατομμυρίων σκουληκιών που αυτό που δεν θέλουν να χάσουν είναι η ήσυχη βολεμένη και ξεπουλημένη τώρα πια ζωούλα τους.
Πολιτισμός τέλος για τους ελάχιστους που τελικά στην γωνία ήταν καθ όλη την εξέλιξη της ιστορίας αυτής της χώρας. Που μόνο στα δύσκολα τούς καλούσαν να μπουν μπροστά, διότι ακουμπούσαν την ευαίσθητη χορδή που λέγονταν Πατρίδα. Για αυτούς τους λίγους Πατρίδα πλέον είναι ό,τι κουβαλάνε μέσα τους και όχι τα τετραγωνικά ακινήτων, χωραφιών και ό,τι άλλο μετριέται με παράδες. Η πατρίδα ποτέ δεν είχε τσέπες ακριβώς όπως ο θάνατος και ίσως γι’ αυτό όσοι την λατρεύουν δεν λογαριάζουν και τον θάνατο.
Αλληλεγγύη τέλος διότι, μικρέ, αισχρέ μικράνθρωπε, η εξουσία που πρέπει να πατηθεί κάτω σαν το σκουλήκι είσαι ο διπλανός μου που ξεπουλάς τα πάντα για το τομάρι σου δηλώνοντας οπαδός οποιουδήποτε κόμματος. Εσύ της διπλανής πόρτας και εσύ του διπλανού γραφείου. Τώρα δεν ξέρω απλά ποιος είσαι αλλά και τι είσαι. Είσαι ο εχθρός μου που χρόνια την είχες δει πασάς και πάσαρες προσωπείο δημοκρατικού. Εσύ που ακόμα και τώρα στον πάτο του βαρελιού που βρισκόμαστε προσπαθείς να βρεις κεφάλι να πατήσεις κι ας είναι και του παιδιού σου.
Δημοκρατία τέλος διότι δεν είναι ψυχικά ανεκτό όταν χίλιοι είναι ηλίθιοι να πρέπει να γίνει και ο ένας που διαφέρει ίδιος με εσάς επειδή αυτό ορίζει το σύστημα. Τέλος για αυτή την μισητή δημοκρατία σου που την εκμεταλλεύθηκες σαν να ήταν πουτάνα και την έκανες ό,τι γούσταρε το άρρωστο μυαλό σου.
Από εδώ και στο εξής ο καθείς από μονάχος. Οι μάχες που θα δοθούν θα είναι σκληρές και ανελέητες. Κι αν θεωρείς ότι είσαι άθραυστος λόγω της κομματικών σου συμμάχων και αθάνατος λόγω των πουγκιών τα οποία γέμιζες λαίμαργα και ελπίζεις ακόμα να γεμίσεις, να γνωρίζεις τούτο: Καταβάθος είσαι πιο μονάχος από όλους τους λίγους μοναχικούς, αφού πατρίδα δεν έχεις να υπερασπιστείς.
Χιόνι
Διαθήκη
Το μπαούλο
Ύμνος εις την Οργή
Η μεγαλύτερη οργή κρύβεται στην σιωπή. Κάθεται σε μία πολυθρόνα έχοντας κλείσει τις βαριές κουρτίνες αφήνοντας έξω το καλοκαίρι. Σηκώνεται κάθε πρωί και καθώς χτενίζει με βία τα μαλλιά της βλέπει στην βούρτσα τις λευκές τρίχες, απόδειξη ότι χρόνο πολύ ακόμα δεν έχει να ορθωθεί ως πρέπει. Φτιάχνει καφέ χτυπώντας καλά το καφεκούτι υπολογίζοντας την αυριανή δόση και ανάβει τσιγάρο κοιτώντας τον απέναντι τοίχο που πάνω του χιλιάδες φορές έχει οργανώσει την Τελευταία της Έξοδο. Διαβάζει εφημερίδες σφίγγοντας κάθε φορά το στόμα στις φασιστικές δηλώσεις των καταδικαστών της και κλείνει την χούφτα της σε γροθιά κάθε φορά που βλέπει σε φωτογραφίες τα γελαστά γλοιώδη πρόσωπα των δημίων της.Βγαίνει στον δρόμο με τα προπέρσινα ρούχα της και σκύβει το κεφάλι κάθε φορά που βλέπει το είδωλό της στο τζάμι των βιτρινών μην αντέχοντας να αντικρίζει αυτή την κατάντια να περπατά σαν να μην συμβαίνει τίποτε. Αποφεύγει τους δρόμους που μπορεί να δει παλιούς γνωστούς αναγκάζοντάς την να τους πει κάτι αισιόδοξο για ό,τι συμβαίνει, αλλά και να τους ομολογήσει τι έχει βαθιά κρυμμένο μέσα της . Επιστρέφει στο σπίτι κόβοντας μία ντομάτα με τόση λύσσα που την πολτοποιεί, βγάζοντας ένα γραμμάριο από Αυτό που κουβαλά, πάνω στο γεύμα της .
Τα βράδια ανοίγει τα παράθυρα παρακαλώντας να έχει φεγγάρι και στριφογυρνά σαν δαιμονισμένη σε ένα σπίτι ξυπόλυτη κάνοντας ακόμα ένα δικαστήριο με τον εαυτό της. Κατήγορος, κατηγορούμενος, πρόεδρος και ένορκοι μόνο αυτή. Μία οργή στο πιο σκληρό δικαστήριο του κόσμου. Και την ώρα της καταδικαστικής ετυμηγορίας βαδίζει προς την ντουλάπα ξετρυπώνοντας το κρυμμένο σκουριασμένο κουτί . Μάρτυρες υπεράσπισης μια διμοιρία ανδρείες αναμνήσεις. Και καθώς απλώνει φωτογραφίες στο τραπέζι της κουζίνας και παρατάσσει πρόσωπα και σκέψεις άλλων εποχών γραμμένες πάνω σε μικρά χαρτάκια- τότε που σιωπή δεν γνώριζε τι θα πει- θυμάται ποια είναι. Είναι αυτή που από ιερά κόκαλα γεννήθηκε και κάθε μέρα μέσα στην σιωπή της δεν αγανακτεί αλλά περιμένει. Βασανιστικά και αργά αναμένει την ημέρα που τα σκοτεινά θα γεμίσουν φως καθώς θα τραβήξει τις κουρτίνες και το σπαθί της θα κατέβει από την φινετσάτη βιτρίνα του σαλονιού και θα ξαναμπεί στο χέρι της.
Η τελεία
Λέξεις ανάμεσα σε κόμματα. Έτσι στέκουν οι μονάδες επιμένοντας στο λάθος που τους έφερε να ζουν ανάμεσα σε παρενθέσεις και εισαγωγικά. Δεκαετίες ολόκληρες να ορίζεις την ζωή σου και το μέλλον σου σύμφωνα με το που θα μπει το κόμμα επιμένοντας ασυνείδητα ότι αυτό μπορεί κάποια στιγμή να σε κάνει λέξη γραμμένη με Κεφαλαία γράμματα. Όμως καμία λέξη δεν γράφεται με Κεφαλαία μετά από ένα κόμμα παρά μόνο το ίδιο το κόμμα. Εσύ είσαι ένα γράμμα, που αν είσαι καλό με το σύστημα πολιτικής γραφής γίνεσαι μία λέξη, αλλά ποτέ μια ολοκληρωμένη πρόταση. Το χαρτί που πάνω του έχουν γραφτεί θεωρίες και μικροπολιτικές έχει αλλοιωθεί τόσο που δεν ξεχωρίζεις ούτε νοήματα, ούτε πνεύματα, ούτε καν μουτζούρες. Τα κόμματα την δουλειά τους την έκαναν. Μπήκαν εκεί που οι λέξεις-άνθρωποι ήταν έτοιμες να ολοκληρώσουν τον επίλογο και να αλλάξουν σελίδα. Αλλά δεν υπάρχει μεγαλύτερο εμπόδιο στην πορεία της ιστορίας από αυτό το μικρό μα όχι τυχαίο κόμμα. Σαν μικρή λακκούβα, που νομίζεις ότι θα την υπερπηδήσεις και θα πας παρακάτω, στέκει ανάμεσα από σένα και το όνειρο και ξαφνικά σού μπλέκει το πόδι άτιμα πριν κάνεις την τελειωτική κίνηση. Σε ρίχνει κάτω και από πάνω σου περνάνε όλα τα ορισμένα γράμματα. Έτσι ζουν και δρουν ήσυχα οι συγγραφείς των βιβλίων της μοίρας μας. Σε έχουν ορίσει και εσύ επιμένεις ότι ακολουθώντας τους κανόνες του ανήθικου συντακτικού τους ίσως να πας παρακάτω και να δώσειςένα ευτυχισμένο τέλος στην νουβέλα της ζωής. Αγνοείς όμως ότι το τέλος έχει οριστεί και εσύ απλά μπαίνεις στην γραμμή για να φτιάξεις ένα κείμενο του οποίου ο τίτλος δεν θα έχει τίποτε από τον κόπο σου και ο συγγραφέας θα σε εξαφανίσει με τα χρυσά ανάγλυφα γράμματα του ονόματός του. Δεν θα μπεις ούτε στις παραπομπές, ούτε στις υποσημειώσεις. Θα είσαι ένα σχήμα πριν και μετά από ένα κόμμα. Τόσο κοινό, τόσο μικρό, τόσο ακίνδυνο.
Στο σύγγραμα αυτό που πήραν μέρος οι πρόγονοί σου, εσύ και όπως θα πάρουν μέρος και τα παιδιά σου υπάρχει όμως κάτι που ποτέ δεν υπολογίζει ο αλαζόνας συγγραφέας . Μία τελεία η οποία είναι κάπου κρυμμένη μέσα στα δισεκατομμύρια γραμμάτων και σημείων στίξης. Είναι αυτή που μπορεί να δώσει τέλος στα κόμματα. Να γίνει η μαύρη τρύπα που θα ρουφήξει ό,τι έχει γραφτεί δίνονταςστους επόμενους ένα καινούργιο λευκό χαρτί να γράψουν την ιστορίαχωρίς υπαγορεύσεις. Τότε που το κάθε γράμμα θα γίνει Κεφαλαίο και η κάθε πρόταση κύρια και όχι υποθετική. Τότε που η τελεία θα φύγει από εκεί που είναι καταλάθος βαλμένη και θα γίνει σιδερένια παύλα που θα καρφωθεί ανάμεσα στα δόντια των καλολαδωμένων γραναζιών του συστήματος των κομμάτων τινάζοντας το στον αέρα. Αυτή η τελεία θα καπελώσει το κόμμα και θα το κάνει ερωτηματικό για να ξέρουν οι επόμενοι ότι όλα αμφισβητούνται όταν το κόμμα κρύβεται πίσω από σένα ή πίσω από την επόμενη λέξη που συνορεύει μαζί σου. Μία τελεία που τόσο τέλεια θα ορίσει την Αρχή. –
Η δημοσιογραφία των πολιτών
Τι κάνουμε εδώ μέσα στο δίκτυο ανωνύμως; Γράφουμε πομπώδη κείμενα με λόγους πύρινους, κάνουμε αστειάκια για τους έμμισθους πολιτικούς και το πιο θλιβερό συμμετέχουμε στον καταιγισμό παραπληροφόρησης άλλοι ασυνείδητα και άλλοι συνειδητά. Αυτά που πριν μία 20ετία κομματόσκυλα και αγανακτισμένοι έκαναν στα καφενεία της γειτονιάς, κάνουμε εμείς εδώ μέσα. Και ο πολιτικάντης στο μπαλκόνι χαίρεται, όπως και τότε. Καταντήσαμε να κάνουμε την αυτοψυχοθεραπεία μας και κάποια κομματικά γραφεία μέσα από την ανωνυμία να κάνουν αισχρότερη δουλειά από τα αφεντικά τους. Το διαδίκτυο έχει μετατραπεί εδώ και καιρό σε ένα επικίνδυνο όπλο. Πίσω από την ταμπέλα της «δημοσιογραφίας των πολιτών» ξεπεράσαμε ακόμα και τους δημοσιογράφους. Όχι αυτούς που με διασταύρωση πληροφοριών και άνευ προσωπικού συμφέροντος καταθέτουν αλήθειες, αλλά από τους άλλους που λόγω των καταπιεσμένων προσωπικών φιλοδοξιών, του ασυγκράτητου εγωκεντρισμού και πολύ συχνά ενός μικρού μεροκάματου γνωστών-άγνωστων κομματικών γραφείων, γράφουν ό,τι θέλουν, όπως το θέλουν χωρίς πάντα την ευθύνη της υπογραφής τους. Και ο Έλληνας τσιμπάει. Πάντα τσιμπούσε στα επικοινωνιακά τεχνάσματα των επαγγελματιών, πόσο μάλλον στις «αθώες» εξάρσεις «αθώων» ανωνύμων που είναι άγνωστο πώς βρίσκουν δημοσιογραφικές πηγές και ιδιαιτέρως ευαίσθητα στοιχεία. Κάνουν την «επανάσταση» να τα αναρτούν και μετά από λίγο σού πασάρουν και την φωτογραφία ή την ομιλία αυτού του οποίου υπερασπίζονται ως τον «σωτήρα» μας.
Είναι εύκολο να καταλάβεις πίσω από ένα «αθώο» ροζ blog τι κρύβεται. Πίσω από ένα βαθυστόχαστης ποιητικής έξαρσης ιστότοπο τι θέλει πραγματικά ο «ποιητής» ιδιοκτήτης του. Πίσω όμως από τα «επαναστατικά» και δήθεν αχρωμάτιστα blog είναι δύσκολο να βρεις ποιος και τι κρύβεται. Και για να θυμηθούμε το παλιό τραγουδάκι «ό,τι αρχίζει ωραίο τελειώνει με πόνο», κάπως έτσι άρχισε η ιστορία του Blogging με ξεχωριστές στιγμές που μας συγκλόνισαν όπως η φωνή της Αμαλίας Καλβίνου που είχε όμως τα κότσια να το κάνει ενυπογράφως δίνοντας θαρραλέα τα ονόματα των χασάπιδών της. Και πού έφθασε το blogging; Σε έναν καταιγισμό εκθέσεων ιδεών, βαρύγδουπων σλόγκαν ανθρώπων που το πιθανότερο είναι ότι αυτό το σύστημα που καταδικάζουν τούς θρέφει ακόμα και στην κρισιμότερη στιγμή που περνάει η χώρα ενώ το μηχανάκι της διαδικτυακής AGB μετράει τα κλικ αποδεικνύοντας πόσο ισχυρότεροι των ισχυρών έχουν γίνει.
Ο Έλληνας υφίσταται πολιτικά και κοινωνικά μέσω μιας οθόνης. Αντί να βρίσκεται στις πλατείες καλύπτει «δημοσιογραφικά» αυτούς που βρίσκονται στις πλατείες. Αντί να αφαιρέσει από την ιστορία τους κομματικούς πολιτικούς τούς αναπαράγει κάθε δευτερόλεπτο. Αντί να προτείνει λύσεις εντείνει την τρομοκρατία του πολιτικού συστήματος που υφίσταται ο κάθε πολίτης και στην πραγματική του ζωή . Αντί να σπάζει τα φράγματα οργής και ελεύθερης σκέψης έγινε κυματοθραύστης και «αθώος» καθοδηγητής της σκέψης. Δύσκολο να επιστρέψει στην αρχική της θέση η ελευθερία του διαδικτύου. Η ματαιοδοξία του «δημοσιογράφου πολίτη» την νίκησε κατά κράτος.
Ένα παιδί μετρούσε τ’ άστρα
Αυτή η χώρα είναι ένα παιδί. Οι νόμιμοι εκλεγμένοι κηδεμόνες αυτού του παιδιού το κλείνουν σε ντουλάπα για να το τρομοκρατήσουν, σβήνουν πάνω του αναμμένα τσιγάρα για να γλεντήσουν και το πασάρουν για τις όποιες ορέξεις σε φίλους και γνωστούς με πολύ φθηνό αντίτιμο. Ίσα για να βγει ο μήνας σε ποτά και γλέντια. Συχνά πυκνά το «παρκάρουν» όχι σε όποιον βρουν, αλλά στους ψηφοφόρους κουμπάρους τους, που πάντα καλύπτουν τον βασανισμό γιατί παίρνουν κι αυτοί το εξτραδάκι βγάζοντας και την ανάλογη αρρώστια τους για όσο κρατάει η φύλαξη. Αυτό το παιδί έχει αποδείξει ότι είναι μοναδικό και ότι η αντοχή του είναι εξωπραγματική. Οι εκτός παιχνιδιού αυτού του εξευτελισμού και βιασμού είναι οι γείτονες που ξέρουν τι γίνεται, βλέπουν τι διαπράττεται, ακούν τα ουρλιαχτά αλλά αποφεύγουν να εμπλακούν. Ο πρώτος λόγος είναι ο φόβος των αντιποίνων που θα δεχθούν από την πλειοψηφική συμμορία αν η αλήθεια μαθευτεί. Ο δεύτερος, και χειρότερος λόγος, είναι ότι έχουν συνηθίσει τόσο αυτό που συμβαίνει, που αν λείψει θα είναι σαν να έφυγε ένας τοίχος του σπιτιού τους. Και αμέτοχοι και συμμέτοχοι στο έγκλημα.
Οι πατούσες αυτού του παιδιού μοιάζουν με τα ξεραμένα χωράφια των κάμπων που κανένας δεν κάνει πια τον κόπο να γυρίσει τα χώματα για να έχουν οξυγόνο οι ρίζες του να απλωθούν. Τα πόδια του ίδιοι οι κίονες των Ναών που μόνο κομμένα και δοσμένα στα ενεχυροδανειστήρια του κόσμου θα έχουν πια αξία αφού σώμα, όταν θα λείψουν, δεν θα έχουν να κρατήσουν . Το μελανιασμένο κορμί του ένα Αιγαίο γεμάτο χαρακιές από τον σχεδιασμό νέων συνόρων. Διαβήτες και μύτες μολυβιών πάνω σε έναν ανθρώπινο χάρτη περιφέρονται για το πόσο θα πάρει ο γείτονας με το αζημίωτο υπέρ των κηδεμόνων και του συρφετού υποστήριξής τους. Τα χέρια του, οι οροσειρές που το προστάτευαν από χτυπήματα και θύελλες εισβολέων, έχουν αρχίσει να φλέγονται και δίνονται αντιπαροχή στους οικείους των νόμιμων κηδεμόνων που μία βίλα θέλουν με θέα και ας ανήκει το οικόπεδο αλλού. Τα δάκτυλα του, οι νέοι, που θα το έσωναν γδέρνοντας ακόμη και με τα νύχια τους τους βιαστές, έχουν γίνει χειρότεροι από τους θύτες. Αυτό που έμαθαν να κάνουν είναι να διπλώνουν κομματικά ψηφοδέλτια σε εκλογές του παραδόξου την ώρα που διαπράττεται ένας ομαδικός βιασμός, μόνο και μόνο για να σώσουν το τομάρι τους, ξεχνώντας ότι ένα δάκτυλο από μόνο του είναι άχρηστο για όλους. Οι νέοι είναι φτιαγμένοι να αλλάζουν τον κόσμο, αλλά σε αυτή την χώρα-παιδί μεταλλάχτηκαν υπέρ της βόλεψης. Ακόμα και η ελπίδα σε αυτό τον τόπο είναι τελικά πουλημένη.
Όσο για το κεφάλι του παιδιού, έχει γίνει μια μάζα από τα απανωτά γρονθοκοπήματα για να βγάλουν μέσα από το κρανίο του τους αγνώστους νεκρούς που τα δώσαν όλα υπερασπίζοντάς το και αυτό από πείσμα δεν λέει να τους λησμονήσει. Την γλώσσα την έχουν κόψει από καιρό για να μην μιλά γιατί όσο μιλούσε την ώρα του βασανισμού του καταλάβαιναν, αν και κτήνη, ότι είναι ένα τίποτα μπροστά σε έναν Λόγο που αρθρώνεται χωρίς να βαρβαρίζει. Τα μάτια του τα έχουν βγάλει για να μην τους κοιτά, γιατί όσο τους κοιτούσε έβλεπαν την ομορφιά που καθρέφτιζε την δική τους ασχήμια. Μόνο τα αφτιά του έχουν αφήσει όχι από λύπηση αλλά για μαρτύριο. Να ακούει να περνούν οι γείτονες γελώντας απ’ έξω πηγαίνοντας στις δουλειές τους, και να ξέρει ότι ούτε αυτή την φορά δε θα είναι τυχερό.
Αυτή η χώρα παιδί που δεν το μεγαλώσαμε εμείς αλλά αυτό εμάς, δεν έχει συνηθίσει τον πόνο και κάθε λεπτό ζει με την ίδια ένταση τον βασανισμό. Έχει πάψει να ελπίζει ότι κάποιος θα δώσει το θνητό τομάρι του για μία αθάνατη ιδέα. Ξέρει ότι αργά ή γρήγορα τα ζωντανά μα ακρωτηριασμένα μέλη του θα είναι σε γυάλινες προθήκες ως τρόπαιο καλοπληρωτών πελατών. Το μόνο που κάνει, την ώρα που περνάνε οι στρατιές των νηστικών χορτάτων από πάνω του και όλοι εμείς οι αθώοι-ένοχοι έξω από το μανταλωμένο παράθυρό του, είναι να ακούει μέσα στις βρισιές και τα χάχανα έναν Ύμνο που κάποτε, κάποιοι τού είχαν τραγουδήσει σηκώνοντάς το ψηλά. Πολύ ψηλά. Μέχρι τ’ άστρα.
Έτσι γεννιέσαι Έλληνας
Μου πήρες την ελπίδα, σε ευχαριστώ, γιατί ταυτόχρονα μού πήρες και τον φόβο. Καταπάτησες τα όρια της προσωπικής μου πατρίδας, σε ευχαριστώ, γιατί ταυτόχρονα έσπασες τις αλυσίδες που κρατούσαν στο μπουντρούμι της Κοινωνικής Ηθικής την Ελευθερία μου, ανόητε Κρατούντα. Ήρθε η ώρα να σε ευχαριστήσω που μου τα στέρησες όλα και κατανόησα μετά από πολλά χρόνια τα λόγια του Έλληνα Καζαντζάκη.
Έχοντας την Ελπίδα ότι ό,τι έχεις θα ανδρωθεί καιαν δεν έχειςθα το αποκτήσεις, γεννιέται ασυνείδητα ο φόβος της απώλειάς τους. Παράλληλα με αυτόν και ο φόβος να αντιδράσεις σε όποιον τα απειλεί.Η ελπίδα σε κάνει να οπισθοχωρείςόταν δέχεσαι επιθέσεις παντός τύπου. Και ήρθες, εσύ Κρατούντα, και τα πήρες όλα με τη μία θεωρώντας ότι ο φόβος θα είναι ο ίδιος με αυτόν που με διακατείχε τόσα χρόνια. Ότι θα κλειστώ και πάλι στο καβούκι μου λέγοντας : «Αύριο ξημερώνει άλλη μέρα». Ξημέρωσε όμως η άλλη μέρα. Και είμαι εδώ με τις τσέπες της ψυχής μου τρύπιες και την οργή του Άδικου να έχει περάσει σε άλλο επίπεδο. Στο επίπεδοτης ανέλπιδηςμάχης. Τώρα πια, μικρόνοε Κρατούντα, δεν έχω τίποτε άλλο να χάσω. Ό,τι με έκανε να νιώθω περήφανος το έχεις κάνει ψίχουλο να ταΐσεις τις κότες της πολιτικής σου αυλής και τους ξεφτιλισμένους πουλημένους τεμπέληδες της δημόσιας στρατιάς σου. Δεν υπάρχουν μέσα μου πλέον αμυντικά κύτταρα να σταθούν στρατιώτες στις επόμενες επιθέσεις σου. Δεν υπάρχει ούτε μία πέτρα όρθια στο κάστρο της ηθικής του συνόλουπου είχα φτιάξει να προστατεύω αναμνήσεις και «πρέπει». Και όλα αυτά, ηλίθιε Κρατούντα, τα κατάφερες από μόνος σου.
Ξημερώνει
Σήκω να χορέψεις ένα ζεϊμπέκικο σαν εκείνα τα παλιά που χόρευαν κάποτε πάνω σε μωσαϊκά λεκιασμένα με ρετσίνα. Απέκτησε πάλι αφορμή να υψώσεις τα χέρια ψηλά και να μιλήσεις κρυφά με τους θεούς που κρύφτηκαν σαν τα ξωτικά πίσω από την κορυφή του Ολύμπου μην αντέχοντας πια τα λόγια των θνητών κινούμενων πεθαμένων. Επάνω στην πρώτη στροφή να ανοίξεις πάλι τα χέρια σαν φτερά , έτσι για να θυμηθείς ότι κάποτε μπορούσες να πετάξεις ως Αετός . Στο μαγαζί αυτό που στριμωχτήκαμε όλοι, ο ένας δίπλα στον άλλον, με τα φθαρμένα μας ρούχα και την αξιοπρέπεια διπλωμένο χαρτάκι στην τσέπη του πουκαμίσου, ας το γλεντήσουμε πριν το ξημέρωμα έρθει.
Πριν αρχίσουν οι τοκογλύφοι να μπαίνουν στο χωριό ρίχνοντας μπετόν στα χωράφια που κάναμε κόντρες καβάλα σε ασέλωτα άλογα. Πριν αρχίσουν να κόβουν τα δέντρα που σαν παιδιά χαράζαμε τον έρωτα μας στον κορμό τους και την άλλη μέρα μέσα στα κλάματα τούς βάζαμε γάζα ζητώντας συγνώμη για την αλαζονεία της στιγμής. Στον καφενέ που βρέθηκες απόψε κάψε την Μνήμη πριν την ποδοπατήσουν εις το όνομα της αξιοποίησής σου ατσαλάκωτα ανδρείκελα. Κοίτα ψηλά στον κιτρινισμένο τοίχο τον εαυτό σου να καμαρώνει με το πρώτο κουστουμάκι σου, δίπλα στους δικούς σου, σε μια φωτογραφία “εβδομαδιαία”. Αυτό το κουστουμάκι που κόστισε μισό ιδρωμένο μηνιάτικο του πατέρα σου και συ έκανες μούτρα για το παπιγιόν, παρά του ότι πια είχες γίνει άντρας. Πάρε την στροφή αργά σε αυτό το ζεϊμπέκικο γιατί μέσα σου όλα είναι εύθραυστα. Μην σπάσει η καρδιά. Οι στροφές που έδωσες για να μείνεις άνθρωπος την έχουν ήδη ραγίσει. Σταθμοί αναχωρήσεως, γράμματα του πατέρα από την ξενητειά και μια φωτογραφία να γελά με το δάκρυ πνιγμένο στην παλάμη. Επαναπατρισμός. Μια αγκαλιά και μετά πάλι “καλή αντάμωση” . Κράτα τα πόδια κολλημένα στο πάτωμα γιατί τώρα αρχίζει το ταξίμι να ξύνει πληγές σαν λάμα ακονισμένη με το δικό σου χέρι. Ήταν να φύγεις κάποτε, να μην κυλιστείς σε αυτό που έβλεπες ότι έρχεται. Σαν στρατιώτης με το σάκο στην πλάτη θα είχες φθάσει στο φεγγάρι αν αυτόν τον τόπο δεν λάτρευες. “Γιατί πατρίδα σαν αυτή δεν έχει”, έλεγες. Και δεν εννοούσες τα σύνορα, τις λέξεις, την ιστορία, τον ήλιο. Η Μνήμη ήταν. Εκατομμύρια σταγόνες Μνήμης που κυλάνε στα χιλιόμετρα φλεβών σου. Που σου δόθηκαν με την σύλληψή σου μέσα σε ένα κορμί και που σε κράτησαν όρθιο όταν έπρεπε να θάψεις κομμάτια ψυχής ολόκληρα δικά σου, παιδιά σου, αδέλφια σου, για να συνεχίσεις αυτό τον αέναο κύκλο που σου χαρίστηκε απλόχερα χωρίς να το ζητήσεις.
Κλείσε τα μάτια τώρα που το ζεϊμπέκικο αρχίζει να τελειώνει. Άσε να αστράψει το μαχαίρι που χρόνια έχεις κρυφά τυλιγμένο στο πανί μιας γυναίκας που σε αυτό τύλιγε το ζυμωμένο με τα χέρια της ψωμί να πάρεις για το δρόμο. Σε λίγο θα μπουν στο χωριό. Σε λίγο θα αρχίσουν να ξηλώνουν τις φλέβες σου. Θυμήσου τι είσαι. Ξημερώνει.



